Αρχιτεκτονική εξέλιξη –
Εικονογράφιση – Εσωτερική και
Εξωτερική περιγραφή του Ναού
των κ.κ. Σταύρου Μιχαλαριά και (✝) Σταύρου Μπαλτογιάννη, συντηρητών έργων τέχνης (2001)
Ιστορικό Ανέγερσης
Με την απελευθέρωση από τους Τούρκους και επί Βασιλείας Όθωνα έγινε φανερή η ανάγκη κατασκευής ενός νέου Μητροπολιτικού Ναού που θα κάλυπτε τις ανάγκες της πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.
Ο Θεόφιλος Εδουάρδος Χάνσεν (Theophil Eduard Hansen), Δανός αρχιτέκτονας, με την υποστήριξη του προϊσταμένου της Υπηρεσίας του Αρχιτεκτονικού Τμήματος που είχε αναλάβει την οικοδόμηση της Αθήνας, Εδουάρδου Σούμπερτ, παρουσιάζει τον Μάρτιο του 1842 στο Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών σχέδια για την ανέγερση του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών.
Ο Χάνσεν ανέλαβε και εκτέλεσε τα σχέδια για το Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία (1842-43), το Οφθαλμιατρείο Αθηνών (1847-50), το Αστεροσκοπείο Αθηνών (1842-46), την Ακαδημία Αθηνών (1859-1887) και άλλα μεγάλα έργα. Η πρόταση του Χάνσεν είναι να κτιστεί ο Μητροπολιτικός Ναός στην οδό Πανεπιστημίου, παραπλεύρως του Οφθαλμιατρείου και στην γωνία με την οδό Ομήρου, θέση όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Διονύσιος, Καθεδρικός Ναός των Καθολικών. Η πρόταση αυτή συνοδευόταν από τα σχέδια του Αρχαιολογικού Μουσείου στην θέση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, την Ακαδημία Αθηνών και το Οφθαλμιατρείο. Ήταν η λεγόμενη Αθηναϊκή Τριλογία και τουλάχιστον όοο αφορούσε τον Μητροπολιτικό Ναό είχε την αποδοχή της Κυβέρνησης και του Βασιλιά Όθωνα.
Ενώ η πρόταοη του Χάνσεν εγκρίθηκε με Βασιλικό διάταγμα στις 15/4 -7/5/1842, το Δημοτικό Συμβούλιο των Αθηνών τελικά την απέρριψε λόγω του ότι η θέση κρίθηκε «απόκεντρη και ερημική». Με νέο Βασιλικό διάταγμα στις 20/11 – 2/12/1842 έγινε δεκτή η τροποποίηση του σχεδίου του Χάνσεν να κτιστεί ο Καθεδρικός Ναός σε χώρο που βρίσκονταν ως τότε ερειπωμένα κτίρια που χρησίμευσαν ως Μητροπολιτικός Οίκος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Στα σχέδια αυτά του Χάνσεν διασώζεται μόνο η εκκλησία της Παναγίας της Γοργοεπηκόου (σήμερα Άγιος Ελευθέριος ), η οποία τότε διατηρούνταν σε καλή κατάσταση, και όχι τα υπόλοιπα μνημεία που φαίνονται στον παραπάνω χάρτη της πρώτης δεκαετίας μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, που ήταν ο Ναός του Αγ. Γρηγορίου και ο Ναός του Αγ. Νικολάου, μετόχιο της Μονής Καισαριανής.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στάθηκε πολύ δύσκολη η εξεύρεση πόρων για την οικοδόμηση του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών. Αρχικά το έργο ξεκίνησε από δωρεά του Βασιλιά Όθωνα και έρανο από τους πιστούς. Δύο φορές η ανοικοδόμηση διακόπηκε λόγω έλλειψης πόρων και το 1843 εγκρίθηκε η κατεδάφιση εβδομήντα δύο ερειπωμένων μεσαιωνικών εκκλησιών της Αθήνας, ώστε να χρησιμοποιηθούν τα υλικά τους και να συγκεντρωθούν χρήματα από την εκποίηση των εκκλησιοπέδων.
Ο Δήμος Αθηναίων τελικά αγοράζει τον χώρο για την ανοικοδόμηση της Μητρόπολης από την Μονή Καισαριανής. Δαπανήθηκαν στο σύνολο 650.000 δραχμές από τα οποία τα μισά προήλθαν από την εκποίηση εκκλησιοπέδων, 80.000 δραχμές από τον Δήμο Αθηναίων, 20.000 δραχμές από δωρεά του Βασιλιά Όθωνα, 100.000 δραχμές από δωρεά του Βαρώνου Γεώργιου Σίνα και του γιού του Σίμωνα Σίνα και το υπόλοιπο ποσό συγκεντρώθηκε από εράνους στους πιστούς.
Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε από τον Βασιλιά Όθωνα στις 25 Δεκεμβρίου του 1842 επί δημάρχου Αθηναίων Αναργύρου Πετράκη και η ανέγερση ξεκινά το 1853. Τα εγκαίνια του Ναού έγιναν με την αποπεράτωση του στις 21 Μαΐου του 1862, ημέρα των γενεθλίων του Βασιλιά, σε μία λαμπρή τελετή όπου παραβρέθηκαν οι Βασιλείς, ο Δήμαρχος Αθηναίων Γ. Σκούφος , ο Μητροπολίτης Αθηνών Μισαήλ Αποστολίδης και πλήθος κόσμου (Φ9).
Αρχιτεκτονική Εξέλιξη
Τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Θ. Χάνσεν για την ανέγερση του Μητροπολιτικού Ναού δεν ανήκουν στον Κλασικισμό, επικρατέστερο ρυθμό για την ανέγερση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους, αλλά στον Εκλεκτικισμό. Εκλεκτικισμός καλείται η εκλογή χαρακτηριστικών στοιχείων από τους κλασικούς ρυθμούς του παρελθόντος, όπως ο Αρχαίος Ελληνικός, ο Γοτθικός, ο Ρωμανικός, ο Βυζαντινός, και η διαμόρφωση τους ανάλογα με την διάθεση του αρχιτέκτονα και την χρήση του κτιρίου.
Ο Χάνσεν για τα σχέδια της Μητρόπολης στρέφεται στην αρχιτεκτονική της Δύσης και δανείζεται Γοτθικά και Ρωμανικά πρότυπα με ελάχιστα Βυζαντινά και Αναγεννησιακά στοιχεία. Με την αλλαγή της θέσης του ναού, ο Χάνσεν προσπαθεί να προσαρμόσει τα σχέδια του στις διαστάσεις του νέου χώρου, που είναι σαφώς μικρότερος από τον αρχικό, αλλά και σε πιο Βυζαντινή κατεύθυνση, ώστε να δένει με το περιβάλλον και τον παρακείμενο μεσαιωνικό ναό της Γοργοεπηκόου.
Σημαντικό ρόλο στις αλλαγές αυτές και την απλοποίηση των διακοσμητικών στοιχείων του αρχιτεκτονήματος, έπαιξε η έλλειψη πόρων ικανών για την ολοκλήρωση του έργου. Έτσι καταργήθηκαν στις πλάγιες όψεις τα προπύλαια, μειώθηκαν οι προεξοχές , έγιναν εντελώς λιτά τα παράθυρα και διευρύνθηκαν τα κωδωνοστάσια. Το έργο προχώρησε μέχρι τα παράθυρα του πρώτου επιπέδου και διακόπηκε την άνοιξη του 1843, λόγω εξάντλησης των διαθέσιμων πόρων.
Το 1846 με την απόφαση για την έξωση των αλλοδαπών από τον δημόσιο τομέα του κράτους και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1846 προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την μετατροπή του ρυθμού του οικοδομήματος σε «Ελληνοβυζαντινό». Με τον διαγωνισμό αυτό επιλέχθηκε ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Ζέζος, ο οποίος είχε σχεδιάσει με επιτυχία το 1845 τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής και το 1863 σχεδίασε τον Ναό της Χρυσοσπηλιώτισσας. Ως διάδοχος του Χάνσεν συνεχίζει την ανοικοδόμηση, η οποία και διακόπτεται ξανά το 1853.
Δεν γνωρίζουμε, επίσης, ποιες αλλαγές έκανε ο Ζέζος στο τροποποιημένο σχέδιο του Χάνσεν. Όμως με τον θάνατο του Ζέζου το 1857, η συνέχιση του έργου ανατίθεται στον Γάλλο αρχιτέκτονα Φραγκίσκο Λουδοβίκο Φλοριμόν Μπουλανζέ και στον αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκο η διεύθυνση της εκτέλεσης του.
Δεν γνωρίζουμε, επίσης, την επιρροή του Κάλκου που σπούδασε στην Γερμανία, ο οποίος ήταν βοηθός στην οικοδόμηση των Ανακτόρων από Βαυαρούς αρχιτέκτονες και το 1857 σχεδίασε και εκτέλεσε το Βαρβάκειο Λύκειο. Άλλα έργα του ήταν το Αρχαιολογικό Μουσείο (1866-69), το Μουσείο της Ακροπόλεως (1874) και το βρεφοκομείο-Αθηνών (1859). Ο Κάλκος ήταν ένθερμος υποστηρικτής του αυστηρού Νεοκλασικισμού και εντελώς αντίθετος σε τεχνοτροπία από τον Γάλλο Μπουλανζέ, όμως η συνύπαρξη των δύο αρχιτεκτόνων ταυτόχρονα είναι αξιοσημείωτη.
Δεν γνωρίζουμε επιπλέον αν η αλλαγή του ύψους του κτιρίου από τον γυναικωνίτη και άνω οφείλεται στον Ζέζο ή στον Μπουλανζέ, ο δεύτερος όμως σίγουρα άλλαξε το αρχιτεκτονικό ύφος του τρούλου και των κωδωνοστασίων. Πάντως η αύξηση του ύψους του Ναού αδίκησε τελικά την αισθητική του χώρου εσωτερικά και μείωσε την ακουστική του. Στον Μπουλανζέ επίσης ανήκει η ιδέα της διακόσμησης του Ναού εξωτερικά με λωρίδες σε ωχρό και ρόδινο χρώμα. Με όμοιο τρόπο χρωματίστηκαν οι θολίτες στα τόξα. Η καινοτομία αυτή έγινε σχεδόν μόδα και για άλλες εκκλησίες των αρχών του 19ου αιώνα, παρόλο που χαρακτηρίστηκε «κωμικός» από τον διπλωμάτη των ΗΠΑ Κάρολο Τάκερμαν (1867-1874) σε περιγραφή της πόλεως των Αθηνών. Απόσπασμα της περιγραφής αναφέρει : «Η Μητρόπολις επιβάλλει διά του μεγέθους της, πλην ο εξωτερικός αυτής χρωματισμός διά κίτρινων και ερυθρών ζωνών φαίνεται κωμικός εις τους ξένους.»
Κατά την αποπεράτωση του έργου της ανοικοδόμησης κατάρρευσαν σε ατύχημα οι θόλοι και έτσι επιβλήθηκε η ενίσχυση των πλευρικών τοίχων και της πρόσοψης με αντηρίδες.

Ως τελικό αποτέλεσμα προέκυψε ο τύπος της βασιλικής με τρούλο αρχιτεκτονικός τύπος εντυπωσιακά διαφορετικός από το αρχικό σχέδιο του Χάνσεν. Κατόπιν των αλλαγών και ανατροπών που υπέστη το οικοδόμημα, δεδομένου του ότι κάθε ένας από τους εκάστοτε αρχιτέκτονες είχε διαφορετική προτίμηση ρυθμού: ο Δανός εκλεκτικιστής υπέρ δυτικών στοιχείων, ο Έλληνας πιο Ελληνοβυζαντινός, ο Γάλλος Ρωμαντικός και ο δεύτερος Έλληνας Κλασσικός, το οικοδόμημα κρίθηκε ως το λιγότερο αδύναμο από τους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής ( Κυδωνιάτης, Μπίρης και άλλοι ). Η αδυναμία του έγκειται στην ασάφεια αρχιτεκτονικού χαρακτήρα, παρόλο που πέτυχε στην απαιτούμενη για τη χρήση του μνημιακότητα και μεγαλοπρέπεια.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Ναός υφίσταται εσωτερικά διαφοροποιήσεις και αλλαγές που αφορούν κυρίως την διακόσμηση, όπως η αφαίρεση των βασιλικών θρόνων και του κιγκλιδώματος της νότιας πλευράς. Το 1917 ο Μητροπολιτικός Ναός ηλεκτροδοτείται κατά τμήματα και το 1947 ανοίγεται μία πλαϊνή πόρτα, επί της οδού Μητροπόλεως με σκοπό την είσοδο στην Κρύπτη του ναού. Στην βόρεια πλευρά διανοίχτηκαν επίσης δύο ακόμα είσοδοι, μία στο κωδωνοστάσιο και μία εφεδρική.
Εσωτερική Περιγραφή
Εοωτερικά ο Ναός της Μητροπόλεως χωρίζεται σε πρόναο, κυρίως Ναό και το Άγιο Βήμα. Ακολουθεί την μορφή της τρίκλιτης βασιλικής με τρούλο.
Τα κλίτη διαχωρίζονται μεταξύ τους από ορθογωνικούς πεσσούς που εναλλάσσονται με διπλούς μαρμάρινους κίονες και στηρίζουν το γυναικωνίτη. Η συνολική επιφάνεια του Ναού είναι 650 τετραγωνικά μέτρα, με εσωτερικές διαστάσεις 33 μέτρα μήκος, 20 μέτρα πλάτος και 24 μέτρα μέγιστο ύψος στον τρούλο. Το Άγιο Βήμα διαχωρίζεται από τον κυρίως Ναό με μαρμάρινο τέμπλο. Φέρει ανάγλυφες διακοσμήσεις κλασικού ρυθμού με κίονες να περιβάλλουν την Ωραία Πύλη, οι οποίοι καταλήγουν σε μαρμάρινα κιονόκρανα. Οι θύρες της Ωραίας Πύλης είναι μια ξύλινη κατασκευή που κοσμείται από εικόνες των τεσσάρων Ευαγγελιστών, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο κάτω μέρος. Το Άγιο Βήμα βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο από τον υπόλοιπο ναό, από όπου και διαχωρίζεται με πέντε σκαλοπάτια.
Το τέμπλο διαιρείται σε τέσσερεις οριζόντιες ζώνες και κατ’ ύψος καταλήγει σε δίριχτη ψευδοσκεπή. Δύο τετράγωνοι πεσσοί διαχωρίζουν το τέμπλο του κεντρικού κλίτους από τα χαμηλότερα πλαϊνά τμήματα του που αντιστοιχούν στο βόρειο και νότιο κλίτος.
Η είσοδος στον Ναό πραγματοποιείται από τις τρεις δυτικές θύρες, από τις οποίες συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο οι δύο πλαϊνές, ενώ η κεντρική ανοίγει μόνο για την είσοδο υψηλόβαθμων κληρικών και επισήμων. Εσωτερικά δε φέρει κουβούκλιο ανεμόθυρας.
Ο εσωνάρθηκας περιλαμβάνει δύο ξυλόγλυπτα παγκάρια και τα σύγχρονά τους στα δύο κλίτη μαρμάρινα προσκυνητάρια των εικόνων του Χριστού και της Θεοτόκου Ελευθερώτριας, έργα της περιόδου 1995-98. Ο κυρίως Ναός
διακοσμείται στην είσοδο του από τα εικονοστάσια των εικόνων του Ευαγγελισμού και της Κοίμησης της Θεοτόκου που φέρουν αργυρόγλυπτα πάμφυλλα.
Στο Νότιο, πλευρικό κλίτος, κάτω από την τέταρτη αψίδα έχει τοποθετηθεί την τριετία 1995-98 η μαρμάρινη λάρνακα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ και αντίστοιχα στο Βόρειο, πλευρικό κλίτος η μεταλλική λάρνακα της Αγ. Φιλοθέης.

Στο Βόρειο κλίτος, στον πεσσό στήριξης του τρούλου βρίσκεται ο μαρμάρινος Αμβων του Ναού, ο οποίος έχει υποστεί αλλαγή ύψους ( έγινε χαμηλότερος ) επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Χατζησταύρου.
Τόσο στο Βόρειο, όσο και στο Νότιο κλίτος υπάρχουν πλευρικές θύρες που φέρουν εσωτερικά του Ναού μαρμάρινα υπέρθυρα.
Το Ιερό Βήμα που βρίσκεται όπισθεν του μαρμάρινου τέμπλου, χωρίζεται σε τρεις υποστάσεις από τους δύο πεσσούς στήριξης της βάσης του τρούλου. Η μεσαία υπόσταση είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου και στο κέντρο της έχει διαμορφωθεί μαρμάρινο σύνθρονο με υπερυψωμένο τον μεσαίο θρόνο. Η Βόρεια υπόσταση χρησιμοποιείται ως Πρόθεση και η Νότια υπόσταση είναι αφιερωμένη στον Άγ. Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και χρησιμοποιείται ως Διακονικό.
Εικονογραφική Διακόσμηση
Με την είσοδο οτον Μητροπολιτικό Ναό άνωθεν των δύο πλαϊνών δυτικών θυρών στους φεγγίτες εικονίζονται σε μετάλλια οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη. Πάνω από την δυτική είσοδο και πλευρικά του μεγάλου τρίλοβου παραθύρου του γυναικωνίτη, εικονίζεται από αριστερά ο Άγ. Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και δεξιά ο Άγ. Μάρκος Αρχιεπίσκοπος Εφέσου.
Στο κεντρικό κλίτος και στο επίπεδο του ισογείου υπάρχουν διακοσμητικά σχέδια με σταυρούς και φυτικά μοτίβα στις αψίδες των πλευρικών κλιτών. Τα σταυροθόλια καλύπτονται από έναστρους ουρανούς.
Το ίδιο συναντούμε και στα κλίτη του γυναικωνίτη με την διαφορά ότι στο κέντρο των θόλων εικονίζεται ο δικέφαλος αετός. Στο τόξο των αψίδων του ισογείου περιγράφονται τρία μετάλλια με δίπτερους Αγγέλους και μορφή Αποστόλου. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στα τόξα άνωθεν των φεγγιτών των εισόδων της δυτικής πλευράς.
Στο κεντρικό κλίτος και στα όρια του σολέα στους ορθογωνικούς πεσσούς που στηρίζουν την βάση του τρούλου βλέπουμε διακοσμητικά μωτίβα δίπτερο Άγγελο σε μετάλλιο, άνωθεν του Άμβωνα αριστερά και στην δεξιά πλευρά αντίστοιχα. Στους ίδιους πεσσούς, στο ύψος του γυναικωνίτη παριστάνεται απομίμηση ορθομαρμαρώσεων και πιο πάνω δέντρο φοίνικα και στις δύο όψεις των πεσσών. Άνωθεν του φοίνικα επικάθονται στις δύο όψεις των πεσσών οι αψίδες της βάσης στήριξης του τρούλου που φέρουν μετάλλια με Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
Στο Βόρειο κλίτος, στο υπέρθυρο της πλαϊνής θύρας εικονίζεται ο Άγ. Σώζων σε μετάλλιο και άνωθεν του υπέρθυρου απομίμηση ορθομαρμάρωσης. Στο ύψος του τρίλοβου παραθύρου εικονίζεται ο Άγ. Πέτρος Πατριάρχης Αλεξανδρείας αριστερά και αντίστοιχα δεξιά ο Άγ. Αθανάσιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Κατά αντιστοιχία στο Νότιο κλίτος, στο υπέρθυρο της πλαϊνής θύρας εικονίζεται Άγιος σε μετάλλιο, απομίμηση ορθομαρμάρωσης και εκατέρωθεν του τρίλοβου παραθύρου, ο Άγ. Κύριλλος Πατριάρχης Αλεξανδρείας αριστερά και ο Άγ. Ιωάννης ο Ελεήμων Πατριάρχης Αλεξανδρείας δεξιά.
Στο κέντρο του τομέα, στις τέσσερις αψίδες της βάσης στήριξης του τρούλου εικονίζονται μετάλλια με Προφήτες και στην συνέχεια τα τεταρτοσφαίρια των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Ακολουθεί η στεφάνη της βάσης του τρούλου με απομίμηση ορθομαρμάρωσης και η ολόσωμη απεικόνιση των οκτώ Προφητών του τρούλου : Ααρών, Σολομών, Σαμουήλ, Δανιήλ, Ησαίας, Ιεζεκιήλ, Δαβίδ και Μωυσής. Στο ανώτατο τμήμα του τρούλου, στο κοίλο, δεσπόζει ο Παντοκράτορας.
Το τέμπλο διαιρείται σε τέσσερεις οριζόντιες ζώνες. Η πρώτη από τη βάση ζώνη είναι διακοσμημένη με έγχρωμες ορθομαρμαρώσεις. Η δεύτερη ζώνη περιλαμβάνει τέσσερεις αψίδες για τις δεσποτικές εικόνες, ανά δύο εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης που απεικονίζουν όπως φαίνονται από τα αριστερά : τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την Παναγία τη Βρεφοκρατούσα, τον Χριστό ‘Ενθρονο και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, που φέρει την υπογραφή του Βαυαρού ζωγράφου «Αλεξ. Σάιτζ, Ρώμη 1866».
Η τρίτη ζώνη του τέμπλου φέρει κυκλικά στηθάρια όπου απεικονίζονται οι Δώδεκα Προφήτες και η τέταρτη ζώνη απεικονίζει σε αψίδες το Δωδεκάορτο με τον Μυστικό Δείπνο στο κέντρο. Η κεντρική αυτή παράσταση βρίσκεται σε προεξοχή και καταλήγει σε δίριχτη ψευδοσκεπή.
Στους πεσσούς που διαχωρίζουν το τμήμα τέμπλου που αντιστοιχεί στο κεντρικό κλίτος από τα δύο πλαϊνά, απεικονίζονται ελικοειδείς διακοσμήσεις και σε μετάλλιο δίπτερος Άγγελος στο ύψος της τρίτης ζώνης. Ακολούθως στον αριστερό πεσσό εικονίζεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και η Ευαγγελιζόμενη Θεοτόκος στον δεξιό.
Άνωθεν του τέμπλου στους πεσσούς απεικονίζονται δέντρα φοίνικα. Αριστερά απεικονίζεται ο Άγ. Πολύκαρπος Σμύρνης και ο Άγ. Γρηγόριος ο Διάλογος και δεξιά ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στο κέντρο της κόγχης δεσπόζει η Πλατυτέρα Θεοτόκος ένθρονη με δύο σεβίζοντες Αγγέλους. Κάτωθι της Πλατυτέρας σε διαφορετικό επίπεδο εικονίζονται ο Άγ. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος άνω και οι Άγιοι Διονύσιος Αιγίνης και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στην αριστερή πλευρά κάτω. Στην δεξιά πλευρά άνω ο Άγ. Βασίλειος και κάτω οι Άγιοι Ιερόθεος Αθηνών και Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Στο τόξο που περιβάλλει την κόγχη της Πλατυτέρας και καταλήγει σε πεσσούς εικονίζονται στο ανώτατο σημείο του τόξου το Άγιο Πνεύμα και εκατέρωθεν μετάλλια Προφητών με ειλητάρια σχετικά με την Θεοτόκο.
Στην αριστερή πλευρά, στο επίπεδο άνωθεν του τέμπλου εικονίζονται ό Αγ. Ιερόθεος Αθηνών και σε κατώτερο επίπεδο εντός του Ιερού Βήματος, ο Αγ. Γρηγόριος ο Ε’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Στην δεξιά πλευρά εικονίζεται ο Αγ. Διονύσιος Αεροπαγίτης και σε κατώτερο επίπεδο ο Άγ. Πέτρος Άργους.
Στη Βόρεια υπόσταση, στο ανώτατο σημείο της κόγχης εικονίζεται ο Απόστολος Πέτρος και στο ύψος της προθέσεως η Γέννηση του Χριστού. Στη Νότια υπόσταση, στο ανώτατο σημείο της κόγχης εικονίζεται ο Απόστολος Παύλος και στο ύψος της Αγίας Τράπεζας η Ταφή του Κυρίου. Στον σολέα, στο ανώτατο σημείο πλησίον του τέμπλου και αριστερά στο Βόρειο κλίτος εικονίζεται η παράσταση « Ουκ έστιν ώδε » και δεξιά στο Νότιο κλίτος « Η Ταφή του Κυρίου ».
Ιστορικό της Αγιογράφησης
Το 1859 ο Δήμος Αθηναίων προκήρυξε δύο καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς για τον Μητροπολιτικό Ναό της πόλης. Ο ένας αφορούσε την αγιογράφηση του εσωτερικού κατά τον βυζαντινό ρυθμό και ο δεύτερος την διακόσμηση κατά τον Ελληνοβυζαντινό ρυθμό.
Την αγιογράφηση ανέλαβε ο ζωγράφος Σπύρος Γιαλινάς που ήταν εγκατεστημένος στην Βιέννη. Ο Γιαλινάς εκτέλεσε τις αγιογραφίες του τέμπλου και σχεδίασε τις τοιχογραφίες, τις οποίες όμως εκτέλεσε ο Βαυαρός ζωγράφος Αλέξανδρος Μαξιμιλιανός Σάιτς (Seitz). Παρά τις πληροφορίες αυτές βλέπουμε ότι οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος και Αρχ. Γαβριήλ στην πλαϊνή του τέμπλου πόρτα, φέρουν την υπογραφή του Σάιτς ( ΑΛΕΞ. ΣΑΙΤΖ ΡΩΜΗ 1866). Επίσης βλέπουμε ότι οι τοιχογραφημένοι ολόσωμοι Άγιοι δεν είναι της ιδίας τεχνοτροπίας με τις εικόνες του τέμπλου και συνεπώς δεν είναι του Σάιτς. Ο Σάιτς έχει χρησιμοποιήσει την τεχνική της ελαιογραφίας σε ξύλο και η τεχνοτροπία του είναι καθαρά δυτική.
Την περιβάλλουσα των τοιχογραφιών διακόσμηση ανέλαβε ο σμυρναίος ζωγράφος Κων/νος Φανέλλης. Επιπλέον οι πληροφορίες μας λένε ότι αγιογράφησε τον Παντοκράτορα και την Πλατυτέρα το 1859. Από την παρατήρηση της τεχνοτροπίας του Φανέλλη σε σχέδια του που βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη ( «Παντοκράτορας» και «Κεφάλι Αγίου») όμως βλέπουμε ότι είναι πολύ πιθανό να είναι αυτός που ζωγράφισε τους ολόσωμους Αγίους επάνω από το Ιερό Βήμα και την Πλατυτέρα. Μια άλλη σειρά από Αγίους (Πατριάρχες, Επίσκοποι) δεν έχουν το στυλ του Φανέλλη και δεν έχουμε πληροφορίες για τον καλλιτέχνη που τις εκτέλεσε .
Ο Φανέλλης ανήκει στους Ναζαριστές ζωγράφους που στα τέλη του 19ου αιώνα αγιογραφούν στην Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Φανέλλης έχει αγιογραφήσει εκκλησίες σε όλη την Ελλάδα και από τα γνωστότερα δείγματα της δουλειάς του βρίσκονται στον Μητροπολιτικό Ναό του Αιγίου, στην Παναγία τη Ρόμβη της Αθήνας και στον Αγ. Ελευθέριο δίπλα στην Μητρόπολη της Αθήνας που δυστυχώς έχουν καταστραφεί.
Ο Φανέλλης μετά από σπουδές στην Ιταλία και την παραμονή του στο Άγιο Όρος όπου σπούδασε αγιογραφία, ανεπιφύλακτα υιοθέτησε στην ζωγραφική του την τρισδιάστατη αντίληψη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής και της Ναζαρηνής σκέψης. Όμως αυτό που τον ξεχωρίζει από τους συγχρόνους του Ναζαριστές είναι ότι πετυχαίνει στην ζωγραφική του έναν ώριμο συνδυασμό των δύο τάσεων της αγιογραφίας, δηλ. της τρισδιάστατης εκκλησιαστικής ζωγραφικής που ερχόταν από τη Δύση και της αυτόχθονης δισδιάστατης εικονογραφίας.

Πληροφορίες για την αγιογράφηση του τρούλου και των σφαιρικών τριγώνων στη βάση του δεν έχουμε. Η πληροφορία ότι έχει αγιογραφηθεί από τον Φανέλλη δεν είναι πιθανό να ευσταθεί για δύο λόγους. Αφενός δεν έχει χρησιμοποιηθεί η τεχνική του Φανέλλη (αυγοτέμπερα) αλλά χρωστικές με κάποια κόλλα, και αφετέρου το στυλ της ζωγραφικής είναι τελείως διαφορετικό.
Τα γλυπτά αρχιτεκτονικά στοιχεία της διακόσμησης εκτέλεσε ο τηνιακός καλλιτέχνης Γεώργιος Φυτάλης. Ο Φυτάλης διατέλεσε καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών από το 1859 ως το 1868 και έχει φιλοτεχνήσει αγάλματα που κοσμούν γνωστά σημεία της Αθήνας όπως του Γρηγορίου του Ε’ και του Γλάδστωνος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα στο Α’ Νεκροταφείο και στην Έπαυλη Θων. Στην Μητρόπολη δημιούργησε όλες τις γλυπτές διακοσμήσεις και έφτιαξε τα κιονόκρανα, τον άμβωνα και την λάρνακα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’.
Το 1895 αγιογραφείται ο εξωνάρθηκας και διακοσμείται με δύο ημικυκλικές παραστάσεις. Αριστερά τοποθετείται « Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου » και δεξιά « Ο Εναγκαλισμός της Θεοτόκου με την Αγ. Ελισάβετ ». Επίσης αγιογραφούνται στις πλάγιες πόρτες του εξωνάρθηκα οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες για τον ζωγράφο που ανέλαβε και εκτέλεσε τις τοιχογραφίες αυτές.
Το 1947 στους δύο πεσσούς του τέμπλου αγιογραφούνται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και η Ευαγγελιζομένη Θεοτόκος στη θέση των φοινίκων που υπήρχαν από την αρχική τοιχογράφηση του ναού από τον Φανέλλη. Ούτε για τον ζωγράφο αυτό έχουμε πληροφορίες.
Το 1971 στο Άγιο Βήμα αγιογραφούνται ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και ο Άγιος Πέτρος του Άργους από τον αγιογράφο Διονύση Καρούσο. Την ίδια περίοδο αγιογραφήθηκαν από τον ίδιο καλλιτέχνη άλλα δύο θέματα « Ουκ έστιν ώδε » και « Ο Ενταφιασμός του Κυρίου» στους τοίχους που έως τότε είχαν ένα ουδέτερο χρώμα, δεξιά και αριστερά του τέμπλου. Ο Καρούσος χρησιμοποιεί την τεχνική της ελαιογραφίας.

Στον ισόγειο του ναού χώρο βλέπουμε διακοσμητικές ταινίες περιμετρικά των τοίχων που δεν έχουν σχέση με τα διακοσμητικά του Φανέλλη καθώς είναι πολύ νεώτερες και με διαφορετικά υλικά (μπρούτζινα αντί του χρυσού του Φανέλλη) . Και για αυτά δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες.
* Οι πληροφορίες για την αγιογράφηση του Ναού πάρθηκαν από το βιβλίο του Κ. Μπίρη «Αι Αθήναι. Από του 19ου εις τον 20ον αιώνα» Εκδόσεων Μέλισσα, το βιβλίο του Δ. Παπαστάμου «Η επίδραση της Νεοναζαρινής σκέψης στη Νεοελληνική εκκλησιαστική ζωγραφική», την εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» Α’ τόμος, τον π.Ηλία Δροσινό, τον Εφημέριο του Ναού, π. Δημήτριο Νίκου και τον ερευνητή κ. Μ. Χριστοδουλάκη.
Εξωτερική Περιγραφή
Η αρχιτεκτονική μορφή του Ναού της Μητροπόλεως είναι μικτή : σταυροειδής με τρούλο από το ήμισυ και πάνω, ενώ η βάση είναι ένα γοτθικού τύπου οικοδόμημα με εξέχοντα κωδωνοστάσια, τα οποία διαφοροποιούνται από τον γοτθικό ρυθμό στην κατάληξη τους, όπου δεν υπάρχει το τυπικό αιχμηρό τελείωμα αλλά λιτή τετράγωνη κορυφή (Φ15).
Από την Δυτική όψη του ναού υπάρχουν προπύλαια ( εξωνάρθηκας ) από δύο κίονες που σχηματίζουν τρεις θολωτές εισόδους οι οποίες αντιστοιχούν σε τρεις πόρτες, τις κύριες εισόδους του ναού. Η πρόσβαση στις εισόδους, γίνεται από κλίμακα πέντε σκαλοπατιών και τριών προσβάσεων.
Άνωθεν των εισόδων υπάρχει διακοσμητικό ψηφιδωτό με θέμα τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου». Δεξιά και αριστερά από τα προπύλαια υπάρχουν δύο θολωτά παράθυρα και αντίστοιχα άλλα δύο όμοια στα κωδωνοστάσια.
Σε ένα δεύτερο καθ’ ύψος επίπεδο που φτάνει τα 15,5 μέτρα, ο ναός σχηματίζει ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο με δύο τρίλοβα παράθυρα στην δυτική όψη και αντίστοιχα μονόλοβα στα κωδωνοστάσια.
Στην βόρεια και νότια όψη υπάρχουν από πέντε δίλοβα παράθυρα σε κάθε ένα από τα δύο επίπεδα, δηλαδή οκτώ προς την δυτική πλευρά και δύο προς την ανατολική, τα οποία ξεχωρίζουν και διακόπτονται μεταξύ τους από την εξοχή που δημιουργούν οι κεραίες του σταυροειδούς σχήματος που εγγράφεται στο προαναφερόμενο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο και φτάνει σε ύψος τα 18,3 μέτρα.
Οι κεραίες καταλήγουν στο πρώτο επίπεδο ύψους σε εισόδους : δυτικά τις κύριες, βόρεια και νότια σε μονές θολωτές πόρτες. Στο δεύτερο επίπεδο (15,5μ.) στην βόρεια, νότια και δυτική όψη, οι κεραίες καταλήγουν σε παράθυρα που περιβάλλουν τρίλοβα στενότερα παράθυρα διακοσμημένα με επάλληλους κυκλικούς φεγγίτες διακοσμημένο με βιτρώ, που προσδίδουν διακριτικό φωτισμό στο εσωτερικό του ναού. Οι κεραίες στην κορυφή τους τελειώνουν με δίριχτες κεραμοσκεπές και διακοσμητικά ακροκέραμα με
σταυρούς.
Στην ένωση των κεραιών του σταυροειδούς σχήματος κατά τα 2/3 του μήκους τους, ο Ναός καταλήγει καθ’ ύψος σε ισόπλευρο οκτάγωνο τρούλο που φτάνει τα 10 μέτρα. Στις πλευρές, του οκταγώνου είναι ενσωματωμένα τρίλοβα παράθυρα, διάτρητα από κυκλικά βιτρώ και πάνω από κάθε ένα τρείς αντίστοιχοι στους θόλους φεγγίτες. Ο τρούλος καλύπτεται από φύλλα χαλκού επιχρυσωμένα και η κορυφή του διακοσμείται από σφαίρα που στηρίζει σταυρό. Το ύψος του τρούλου φτάνει τα 31 μέτρα.
Στην ανατολική όψη εξέχουν τα τρία φατνώματα των κογχών του Ιερού Βήματος του ναού, από τα οποία το κεντρικό φτάνει τα 18 μέτρα ύψους, ενώ τα πλευρικά τα 13 μέτρα. Το κεντρικό φάτνωμα είναι τρίπλευρο και καταλήγει σε κεραμοσκεπή με διακοσμητικά ακροκέραμα. Την ίδια κατάληξη έχουν χαμηλότερα και τα πλαϊνά φατνώματα.
Το οικοδόμημα ολοκληρώνεται στην δυτική όψη από δύο όμοια κωδωνοστάσια που εξέχουν δεξιά και αριστερά του κυρίως κτίσματος. Η κορυφή τους είναι τετραγωνική και φτάνουν σε ύψος τα 31 μέτρα. Στα τελευταία 10 μέτρα τους που υψώνονται παράλληλα με τον τρούλο φέρουν σε όλες τις πλευρές τους θόλους με δίλοβα ανοίγματα που περιβάλλουν τους κώδωνες του Ναού. Τέλος στο οικοδόμημα υπάρχει είσοδος στο κατώτερο μέρος της νότιας όψης, προς τις κρύπτες και στην βόρεια όψη δύο είσοδοι μία για το κωδωνοστάσιο και μία εφεδρική.




Εξωτερική Διακόσμηση
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την αποπεράτωση του Ναού ο Μπουλανζέ τον διακόσμησε εξωτερικά με οριζόντιες ισοπαχείς λωρίδες σε εναλλαγή ωχρού και ρόδινου χρώματος και με όμοιο τρόπο χρωματίστηκαν οι θολίτες στα τόξα.
Πολύ σύντομα η διακόσμηση αυτή τροποποιήθηκε, έτσι σε λιθογραφία του 1890 και σε φωτογραφίες των αρχών του 20ου αιώνα η Μητρόπολη φαίνεται μονόχρωμη εξωτερικά.
Στις αρχές του 20ου αιώνα , περίπου το 1910 τοποθετείται στο τύμπανο της κεντρικής εισόδου Ευαγγελική ρήση όπως φαίνεται στις φωτογραφίες της εποχής.
Το 1895 αγιογραφείται ο εξωνάρθηκας και διακοσμείται με δύο ημικυκλικές παραστάσεις από τον ζωγράφο Β. Αντωνιάδη. Αριστερά τοποθετείται « Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου » και δεξιά « Ο Εναγκαλισμός της Θεοτόκου με την Αγ. Ελισάβετ ». Επίσης αγιογραφούνται στις πλάγιες πόρτες του οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος.

Τα 1947 (κατά άλλους 1958) η επιγραφή αφαιρείται και τη θέση της καταλαμβάνει ψηφιδωτό με θέμα τον « Ευαγγελισμό της Θεοτόκου » από την Έλλη Βοΐλα. Η Έλλη Βοΐλα-Λάσκαρη δίδαξε την τέχνη του ψηφιδωτού στην Α.Σ.Κ.Τ. από το 1961 ως το 1975 και έργα της έχουν τοποθετηθεί σε γνωστά μνημεία της Αθήνας, όπως στον Ι.Ν. Καπνικαρέα, τον Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής, το Α’, Β’ και Γ Νεκροταφείο Αθήνας, το Πάντειο Πανεπιστήμιο και αλλού.Την ίδια περίοδο τοποθετείται άνωθεν της πλαϊνής θύρας, προς την οδό Μητροπόλεως, ψηφιδωτό « Η Αγ. Φιλοθέη η Αθηναία » του Σωτήρη Βάρβογλη, ο οποίος έχει διακοσμήσει με ψηφιδωτά του πολλούς Ναούς, όπως τον Αγ. Διονύσιο Αρεοπαγίτη, την Αγ. Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, την Αγία Τριάδα Πειραιά.
Κατεβάστε εδώ ολόκληρο το κείμενο.











