Η Τουρκοκρατία ανέδειξε ένα νέο νέφος μαρτύρων, το ίδιο ηρωϊκό με αυτό της αρχαίας Εκκλησίας. Είναι οι πολυπληθείς Νεομάρτυρες, οι οποίοι κοσμούν το εκκλησιαστικό στερέωμα ως αστέρες πολύφωτοι.
Ένα τέτοιο πολύφωτο αστέρι της σκοτεινής αυτής εποχής, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, είναι και η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Η Αγία Φιλοθέη, (κατά κόσμον Ρηγούλα ή Ρεβούλα-Παρασκευή Μπενιζέλου), ήταν μοναχή με σημαντική φιλανθρωπική και κοινωνική δράση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας του 18ου αιώνα. H Ορθόδοξη Εκκλησία την έχει ανακηρύξει αγία και είναι στενά συνδεδεμένη με την πόλη των Αθηνών.
Η μνήμη της τιμάται από την Εκκλησία μας στις 19 Φεβρουαρίου.
Το Σεπτό Της λείψανο φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών εντός αργυρής επιχρυσωμένης λάρνακας.
ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ (Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, 18-2-2005)
Το «κλέος τό μακάριον» κέρδισε η σήμερον εορταζόμενη Αγία Φιλοθέη η “Αθηναία, η «Κυρά των “Αθηνών», η “Αρχόντισσα, η δασκάλα, η μοναχή, η οσία, η Αγία Φιλοθέη, η δική μας αγία.
Και ιδιαιτέρως χαίρει ο Μητροπολιτικός αυτός Ναός των Αθηνών, ο Καθεδρικός Ναός, όπου είναι η έδρα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρίου Χριστοδούλου, διότι έχει ο Ναός αυτός την ιδιαιτέρα τιμή και ευλογία να διαφυλάσσει το τίμιον λείψανο της Αγίας Φιλοθέης και μάλιστα στην καινούργια και ωραία λάρνακα. Έχει το ιερό λείψανο της αγίας εις προσκύνησιν των ευλαβών προσκυνητών και των πιστών. Εις προσκύνησιν όλων μας και όλων σας, που κατακλύζετε κυριολεκτικά απόψε τούτον τον Μητροπολιτικόν Ναόν, για να εορτάσουμε όλοι μαζί, κλήρος και λαός την Αγία Φιλοθέη την Αθηναία.
Αρχόντισσα, λοιπόν, των Αθηνών, γιατί η Αγία Φιλοθέη ήταν γόνος αριστοκρατικής, μεγάλης και σπουδαίας Αθηναϊκής οικογενείας και αυτός ο σπουδαίος ιστοριοδίφης Καμπούρογλου αναφέρει στην ιστορία των Αθηνών, ότι ο πατέρας της αγίας, ο Άγγελος Μπενιζέλος έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο πατήρ της Φιλοθέης και αυτό και μόνον του αρκούσε, το ότι ήταν πατέρας μιας αγίας.
Έζησε η Αγία Φιλοθέη σε δύσκολα χρόνια, τον δέκατο έκτο αιώνα, τον πιό δύσκολο αιώνα της Τουρκοκρατίας, της σκληρής εκείνης περιόδου για τους πανέλληνες. Όμως, κατόρθωσε η αγία να σπουδάσει, να μάθει καλά τα ελληνικά και τα εκκλησιαστικά Γράμματα και την όλην παιδείαν και τα κατοπινά χρόνια όσα έμαθε τα χρησιμοποίησε για το γενικότερο καλό του τόπου και του Γένους.
Λίγο αργότερα λαμβάνει το μοναχικό σχήμα, γίνεται μοναχή και ιδρύει το Μοναστήρι της εδώ στην Αθήνα. Αλλά αυτό το μοναστήρι που ίδρυσε η αγία δεν ήταν απλώς για τον εαυτό της. Ήταν πνευματικό καταφύγιο και για πολλές άλλες ψυχές που ποθούσαν να βιώσουν το μοναχικό ιδεώδες, να δεχθούν το αγγελικό σχήμα και να ζήσουν εν Χριστώ κατά πάντα.
Σ΄εκείνο το ιερό ησυχαστήριο που ίδρυσε η Αγία Φιλοθέη, εκεί νυχθημερόν όλες οι αφιερωμένες ψυχές λάτρεψαν τον θεό. Νυχθημερόν ετελούντο όλες οι Ακολουθίες και οι ιερές Αγρυπνίες και υπήρχε το κομποσχοίνι και η προσευχή και η δέηση και η ικεσία και η ανάταση προς τον Θεόν.
Αλλά θα ήθελα, να επιμείνω απόψε, σ΄αυτόν τον τόσον κατανυκτικόν εσπερινόν εις μνήμην της, σ΄ ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αγίας Φιλοθέης. Και αυτό το χαρακτηριστικό, που ξεκινούσε από την λατρεία και από την αγάπη της και από την προσευχή της, από το γονάτισμα της προς τον Κύριον, ήταν το μεγάλο της προτέρημα, το μεγαλείο που είχε μέσα στην ψυχή της. Αυτό ήταν το μεγάλο ιδανικό της διακονίας.
Η Αγία Φιλοθέη είχε εγκολπωθεί αυτό που είπε ο Ίδιος ο Αρχηγός της Πίστεώς μας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι». Πάνω από το ράσο της φόραγε η Αγία Φιλοθέη το λέντιον της διακονίας. Και κατά το υπόδειγμα του Κυρίου, όχι μόνον τα πόδια έπλυνε, αλλά θυσίασε και την ζωήν της για να διακονήσει και να υπηρετήσει τον συνάνθρωπο της. Έμβλημά της η διακονία, χαρά της η διακονία, ιερότερο χρέος της η προσφορά στον πλησίον. Διακονώ σημαίνει υπηρετώ με ταπείνωση τον πλησίον, όχι με λόγια, αλλά με έργα. Και αυτό έκανε η Αγία.
Και επειδή το έργο της διακονίας είναι ύψιστο, είναι μεγάλη χριστιανική αρετή, ευαγγελική αρετή, γι’ αυτό οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι συναντά και πολλές δυσκολίες. Συναντά πολλάκις την άρνηση των ανθρώπων, την λοιδορία, την συκοφαντία, τον χλευασμό, ενίοτε και τον διωγμό. Και δυσκολίες ακόμη και από τους λογισμούς του ανθρώπου που εξασκεί την διακονία. Διότι πολλές φορές έρχεται ο πονηρός λογισμός: – μα υπηρέτης θα γίνω εγώ του άλλου; – Τι έχω να κερδίσω; Δυσκολίες ακόμη και από τους άλλους ανθρώπους, – μα δεν πρόκειται να κερδίσεις εσύ τίποτα διακονώντας. Μπορεί ακόμη να επισυμβεί και αχαριστία και αγνωμοσύνη και από αυτούς τους ευεργετηθέντες.
Όμως πέρα και πάνω από όλα αυτά στέκεται και πάλι ο λόγος του Κυρίου «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι». Ένας λόγος που πραγματικά εμπνέει και φλογίζει καρδιές.
Το κτίριο της αγίας δεν ήταν μόνον μοναστήρι, ένα απλό ησυχαστήριο. Συγχρόνως ίδρυσε η Άγια και ένα ολόκληρο συγκρότημα. Συγκρότημα πολλών άλλων Ιδρυμάτων για τους συνανθρώπους της. Εκεί ίδρυσε διδασκαλείο όπου εμάθαιναν τα Ελληνικά Γράμματα. Εκεί πολλές νεάνιδες εύρισκαν προστασία στον ξενώνα, εκεί γέροντες στο γηροκομείο που ήταν δίπλα στο μοναστήρι εύρισκαν την περίθαλψη στα γεράματά τους. Εκεί οι γυμνητεύοντες εύρισκαν το ένδυμα για να ντυθούν, εκεί οι άστεγοι στέγη και εκεί οι πεινασμένοι, ο κάθε πεινασμένος, εύρισκαν την τροφή. Και όχι μόνον εκεί στο κεντρικό μοναστήρι της, εδώ στο κέντρο των Αθηνών, αλλά και στα μετόχια που ίδρυσε η Αγία, στα Πατήσια, στην Φιλοθέη, στην νήσο Κέα, στην διπλανή Αίγινα και εκεί είχε μετόχια και ησυχαστήρια φιλανθρωπικά.
Το συγκρότημα και το μοναστήρι της Αγίας ήταν, λοιπόν, σχολείο και εργαστήριο και ξενώνας και συσσίτιο και άσυλο και νοσοκομείο και γηροκομείο και ορφανοτροφείο. Μία «καινούργια Βασιλειάδα» τον δέκατον έκτον αιώνα εδώ , στην σκλαβωμένη τότε Αθήνα. Κατόρθωμα της μεγάλης καρδιάς της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, της αρχόντισσας των Αθηνών. Κάποτε όταν η πείνα ήταν μεγάλη μάστιγα, η αγία Φιλοθέη δεν δίστασε να ανοίξει όλες τις αποθήκες του μοναστηριού και να προσφέρει τα τρόφιμα και όλο το λάδι για τον πεινασμένο λαό.
Αξίζει να γνωρίζουμε ότι στο προάστιο των Αθηνών που ονομάστηκε Ψυχικό, είχε φτιάξει στο κτήμα της ένα πηγάδι, για να έρχονται και να ξεδιψούν οι διαβάτες και να πίνουν νερό οι οδοιπόροι και να γίνεται «το ψυχικό», γι΄αυτό και ονομάστηκε Ψυχικό. Και λίγο πιο πέρα, η άλλη της περιοχή, που πάλι και εκεί είχε διδασκαλείο και εργαστήριο για τα κορίτσια, εκεί η «καλή γραία», όπως την έλεγαν και ονομάστηκε έκτοτε «Καλογρέζα», η Αγία Φιλοθέη πρωτοστατούσε σε αυτά τα φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Ο ρακένδυτος ντύνεται, ο κατατρεγμένος προστατεύεται, ο θλιμμένος χαροποιείται, οι Ελληνίδες βοηθούνται ποικιλοτρόπως σε μια δύσκολη εποχή, που οι Τούρκοι προχωρούσαν σε ποικίλα δεινά και κυρίως στους γνωστούς εξιλαμισμούς.
Θαυμαστά όντως τα έργα της Αγίας Φιλοθέης, φρούριον ορθοδόξου πίστεως και Ελληνισμού, το μοναστικό συγκρότημα της Αγίας στο κέντρο των Αθηνών.
Και όλα αυτά τα επέτυχε, γιατί έμεινε πιστή άχρι θανάτου, πιστή στον Κύριον της, στον Ηγαπημένον Νυμφίον της ψυχής της. Μέχρι το βραδύ εκείνο, που οι Τούρκοι κατακτητές την συνέλαβαν, την έδειραν, την βασάνισαν. Ήταν το βράδυ της αγρυπνίας για τον έτερο μεγάλο Άγιο των Αθηνών, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Και σ’ εκείνη την αγρυπνία την άφησαν λιπόθυμη, αναίσθητη, για να παραδώσει μετά από λίγους μήνες το πνεύμα της στον Κύριον, στις 19 Φεβρουαρίου του έτους 1589.
Γι΄αυτό, απόψε που ήρθαμε για να τιμήσουμε την Αγία, ας σκεφθούμε όλοι μας το μεγάλο αυτό θέμα, που λέγεται διακονία προς τον συνάνθρωπό μας. Οφείλουμε να ξέρουμε, μορφωμένοι και ολιγογράμματοι και επιστήμονες και όλων των κοινωνικών τάξεων οι άνθρωποι, ότι μπορούμε να εφαρμόσουμε στην πράξη και στην ζωή μας την μεγάλη αυτή αρετή της διακονίας. Έπειτα μην νομίσετε ότι δεν υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι διακονίας. Αυτό πραγματοποιείται και γίνεται. Πολλοί στέκονται δίπλα στον συνάνθρωπόν τους και τον διακονούν. Δεν χάθηκε από τις μέρες μας το ύψιστο αυτό καθήκον, το ιερόν χρέος της διακονίας.
Σε τόσα Ιδρύματά που έχει η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ανιοδοτελώς διακονούν πολλοί κληρικοί και λαϊκοί. Κυρίες και κύριοι και φοιτητές και φοιτήτριες, όχι μόνον στα ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής, αλλά και σε άλλα πλαίσια και σε άλλους χώρους, θέτουν τον εαυτόν τους, διαθέτουν τον χρόνο τους, προσφέρουν την μόρφωσή τους, δίνουν την καρδιά τους για την βοήθεια του πλησίον.
Αγαπητοί μου,
“Αθήνα, η πρωτεύουσα δεν είναι μόνον η Ακρόπολη, δεν είναι μόνον οι αρχαίοι θησαυροί, δεν είναι μόνον τα σύγχρονα κτίρια, ούτε είναι το «μετρό». Η Αθήνα έχει και άλλους ατίμητους και αιωνίους θησαυρούς. Έχει πνευματικούς θησαυρούς. Και ένας τέτοιος θησαυρός είναι η Αγία Φιλοθέη, η Αγία Αρχόντισσά μας.
Ας την τιμήσουμε ευλαβικά.
ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, 19-2-2006)
Δικαίως τιμά η «περιώνυμος τῶν Ἀθηναίων πόλις» την μεγάλη Διδασκάλισσα του Γένους, την οσιομάρτυρα αγία Φιλοθέη, την «κυρά τῶν Αθηνῶν». Και όλως ιδιαιτέρως «καμαρώνει» την αγία μνήμη της ο Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, όπου και φυλάσσει ως εξαιρετική ευλογία το τίμιο λείψανο της και μάλιστα τελευταίως σε καινουργή και ωραία λάρνακα, όπως έπρεπε. Δικαίως δε τιμά και «καμαρώνει» καθ’ ότι η αγία Φιλοθέη δεν είναι τυχαία μορφή, ανάξια μελέτης και άνευ προσφοράς στον ελληνικό πολιτισμό.
Η Φιλοθέη υπήρξε τέκνον του δημογέροντος των Αθηνών Αγγέλου και της Συρίγης ή Συργιανής Μπενιζέλου, παλαιάς αρχοντικής οικογένειας των Αθηνών. Κατά δε τον περιφανή Καμπούρογλου, ο μεν σύζυγος ήταν εγγονός του Αγγέλου Μπενιζέλου ακμάσαντος περί το 1420, η δε σύζυγος είχε την καταγωγή από την βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων. Το έτος 1552 ότε γεννήθηκε η αρχοντοπούλα των Αθηνών, σηματοδοτούσε μια δεινή κατάσταση ολόκληρο το Ελληνικό Γένος. Είχε προηγηθεί και η άλωσις των Αθηνών υπό των Τούρκων και τα χρόνια ήσαν σκοτεινά και πικρά για τον Ελληνισμό. Μάλιστα η άλλοτε ένδοξος Αθήνα εταλαιπωρείτο από φοβερές επιδημίες, από εξισλαμισμούς, από ληστείες, αγριότητες, το φρικτό παιδομάζωμα. Ξένος περιηγητής του έτους 1546 έγραφε ότι «η Αθήνα είναι τόσο ερημωμένη, που φαίνεται απίστευτο ότι υπήρξε καποτε ένδοξη. Δεν είδα πουθενά φοβερώτερο τόπο. Ερημία, ξεραΐλα, αγκαθιές και βάλτους».
Η Αγία την Άνοιξη του 1523 στο Ναό Παναγίας της Γοργοεπηκόου («μικράς Μητροπόλεως») βαπτίσθηκε και ανετράφη στην αρχοντική οικογένεια της «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», λαμβάνοντας αρίστη μόρφωση ελληνική και χριστιανική. Μετά την χηρεία της, μόλις στην ηλικία των 17 χρόνων, γάμου διαρκείας τριών ετών, ως και μετά τον θάνατον των γονέων της κατά το έτος 1547, η Ρεγγούλα (ήτο το κοσμικόν της όνομα) αποφασίζει την ολοκληρωτική αφιέρωση στο Θεό. Γράφει σχετικώς ο βιογράφος της:
«Πρῶτον μέν δι΄ ἐν ὀράματι ἐπιταγῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου οἰκοδομεῖ Παρθενῶνα, ἐπ΄ ὀνόματι τούτου τοῦτον τιμήσαντα, μέ ἱκανά κελλία καί ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καί περιοχάς καί τόν ἐπροικοδότησε μέ μετόχια καί ὑποστατικά ἱκανά πρός ἀναγκαίαν ζωοτροφίαν τῶν ἐν αὐτῷ μοναζουσῶν» ( Δ. Γ. Καμπούρογλου, Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων, Αθήναι, 1889, τ. Α’, σελ. 147). Εκάρη μοναχή το 1551 από τον Μητροπολίτη Αθηνών Κάλλιστο (1550-1565) και έλαβε το μοναχικόν όνομα Φιλοθέη.
Το μοναστήρι που ίδρυσε η ίδια και με χρήματά της, στο σημείο όπου σήμερα ευρίσκεται το Μέγαρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, κατέστη αληθινό πνευματικό κέντρο λατρείας του Θεού και εξαίσιο πανδιδακτήριο παιδείας, τεχνών και αγάπης για τον πονεμένο λαό. Στο μοναστήρι αυτό μαζί της ήλθαν και οι θεραπαινίδες του αρχοντικού της, τις οποίες είχε κατηχήσει και ελευθέρως είχαν δεχθεί να γίνουν και αυτές μοναχές, όπως και άλλες νέες των Αθηνών από πλούσιες οικογένειες. Έκτος της συστηματικής λατρείας, των αγρυπνιών, της ασκήσεως και της προσευχής, η Αγία Φιλοθέη προχώρησε στο μοναστικό της αυτό συγκρότημα και στην οργανωμένη φιλανθρωπία για την ανακούφιση των πτωχών, των χηρών, των ορφανών, των αδελφών και των ασθενών. Εγινε η ίδια «διακόνισσα της αγάπης» και γι’ αυτό έκτισε, λόγω των ηυξημένων αναγκών, πλησίον του κεντρικού κτηρίου της Μονής και άλλα κτήρια, όπως νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, ξενώνα, αίθουσα συσσιτίου. Το σημαντικότερο έργο ήταν η ίδρυση “Διδακτηρίου” για τις νέες κοπέλες, όπου και τις προστάτευε από την εξαχρείωση στα χέρια των Τούρκων. Μερίμνησε ειδικότερα για την εκμάθηση των Ελληνικών Γραμμάτων, και κάποιας τέχνης, όπως πλεκτικής, υφαντικής, ραπτικής, κεντημάτων κ.ά. Είναι η πρώτη περίπτωση μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, όπου εξιστορείται στην Αθήνα επαγγελματική σχολή για νέες.
Παράλληλα η Αγία προστάτευσε άγαμες μητέρες, κατόρθωσε και εξαγόρασε αιχμαλώτους και τους ελευθέρωσε, πλήρωσε φόρους πολλών πτωχών ραγιάδων, απελευθέρωσε κρατουμένους και ιδίᾳ προφύλαξε πολλούς χριστιανούς από τους φοβερούς εξισλαμισμούς. Δικαίως μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι «τον 16ον αιώνα είχαμε μία καινουργία Βασιλειάδα», εδώ στην σκλαβωμένη Αθήνα, ένα σπουδαιότατο κατόρθωμα πολιτισμού, αγάπης και προνοίας. Το ίδιο και στα Μετόχια της (Πατήσια, Φιλοθέη, Καλογρέζα, Αίγινα, Κέα) τα οποία κατέστησαν και αυτά καταφύγια στοργής για πολλές ψυχές του δούλου Γένους.
Αλλά το εκπολιτιστικό και σωτήριο έργο της «Αθηνιώτισσας Κυράς» το μίσησαν οι Τούρκοι κατακτητές. Την νύκτα της 2ας Οκτωβρίου του έτους 1588 η Αγία βρισκόταν στο Μετόχι της Ι. Μονής της στα Πατήσια, επί της οδού Λευκωσίας, και συμμετείχε στην αγρυπνία της μνήμης του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Εκεί εισέβαλαν οι Τούρκοι εξηγριωμένοι και οπλισμένοι και την συνέλαβαν. «Την ήρπασαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή», αναφέρει χαρακτηριστικά ο βιογράφος της. Αλλά τα τραύματα στο ασκητικό της σώμα ήταν τόσο μεγάλα και σοβαρά, ώστε επί πεντάμηνον παρέμεινε βαρεία ασθενής με φρικτούς πόνους. Η ημέρα της κοιμήσεως δεν άργησε να έλθει. 19 Φεβρουαρίου 1589 παρέδωκε το πνεύμα της στον Ηγαπημένον Νυμφίον της ψυχής της.
Ολίγες μόνον ημέρες μετά τον ενταφιασμό της στον περίβολο της Ι. Μονής της (Αγ. Ανδρέα στην Αθήνα) από τον τάφο της ανεδίδετο θαυμαστή ευωδία και πολλά θαύματα εγίνοντο με την επίκληση του αγίου ονόματός της. Μόλις δέκα χρόνια αργότερα εγένετο η άγιοκατάταξή της και το σχετικό Συνοδικό Γράμμα «Περί της κατ΄έτος πανηγύρεως και του επ΄ Εκκλησίαις μνημοσύνου της Οσίας Φιλοθέης» έγραφε τα κάτωθι:
«Συνοδικὸν Γράμμα
Ἀπολυθὲν ἐπὶ Β΄ Πατριαρχείας Ματθαίου Β΄, τοῦ ἀπὸ Ἰωαννίνων, περί τό 1595-1600.
Όταν προ 100 ετών περίπου στις 20 Φεβρουαρίου του έτους 1907, ο γνωστός διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έδινε την είδηση της πανηγύρεως της εορτής της Αγίας Φιλοθέης, περιέγραψε ως εξής την εν λόγω εορτή: «Ήτο μία εορτή τω όντι ευαγεστάτη, σύμφωνος με την υψηλήν έννοιαν της ιεράς προσευχής και με τας αρχαίας τυπικάς διατάξεις, όπου η καρδία του Χριστιανού αθόρυβος, ατάραχος και γεμάτη ευλαβούς κατανύξεως, υψούται εις τα υπέρ την γην, μεταρσιουμένη προς τους ουρανούς». Εορτή, λοιπόν, μ΄ όλη την λαμπρότητα και ιεροπρέπεια. Θεωρούμε και εμείς οι σύγχρονοι Νεοέλληνες και ιδίᾳ οι Αθηναίοι ιερότατο χρέος μ’ αυτό το υψηλό φρόνημα να τιμούμε την μεγάλη αυτή Αγία. Γιατί η μοναχή, η διδασκάλισσα, η μάρτυς, η «Κυρά των Αθηνών», η Φιλοθέη η Αγία, η Αρχόντισσα μας πολλά ύψιστα πνευματικά ιδεώδη μας διδάσκει όλους μας.
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΦΙΛΟΘΕΗΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΙΑΝ (Περιέχεται στην έκδοση του Καθεδρικού Ναού (1972) με τίτλο: “Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ”
Σημαντική μορφή της Εκκλησίας, της παιδείας και του Ελληνικού Γένους αποτελεί ο διαπρεπής οικουμενικός Πατριάρχης και άγιος εθνοιερομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε΄. Τρείς φορές ανήλθε στον θρόνο, δύο φορές απομακρύνθηκε και την τρίτη μαρτύρησε, απαγχονισθείς από τους Τούρκους στις 10 Απριλίου του 1821. Το ιερό λείψανο διακομίσθηκε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871, όπου οι Αθηναίοι τού επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό μας Ναό, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη μαρμάρινη λάρνακα.
Στις 10 Απριλίου 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ο Βίος του Αγίου Γρηγορίου Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Πηγή: Ιστότοπος « AΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ»
Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμον Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1750, από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στην συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στην Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.
Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 στο Άγιον Όρος. «Έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της. Στις 19 Αυγούστου 1785 εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.
Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριώτατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλὰ ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίον, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος απεφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του την διπλωματική δεξιοτεχνία.Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 28 Δεκεμβρίου 1820 στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορικής απόψεως, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες τους τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση:
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἡμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώσῃ…».
Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε:
Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.
Όταν σε μία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε’ απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τὸ Ἔθνος».
Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε:
Ο Γρηγόριος ο Ε’, ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε τον σταυρό του. Ανέβηκε τον Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.
Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί “γιαφτάς”), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του
Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγητρίας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στην συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του, θέση Αγίου.
Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ο Κατραμής καί ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την παννυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου» . Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871, όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.
* Η ομιλία με τίτλο –μέρος της οποίας ήταν αφιερωμένη και στον Αγ. Γρηγόριο τον Ε΄-Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν» πραγματοποιήθηκε την 14 Απριλίου του έτους 2019, μετά το πέρας του ΣΤ’ Κατανυκτικού Εσπερινού της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον Ιερό Ναό Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Ιωνίας, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ και συμπροσευχομένων εντός του Ιερού Βήματος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ανέων κ. Μακαρίου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και Φιλαδελφείας κ. Βενεδίκτου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων).
Μαρία-Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄(1745-1821), Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2011
Η ομιλία με τίτλο –μέρος της οποίας ήταν αφιερωμένη και στον Αγ. Γρηγόριο τον Ε΄-Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν» πραγματοποιήθηκε την 14 Απριλίου του έτους 2019, μετά το πέρας του ΣΤ’ Κατανυκτικού Εσπερινού της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον Ιερό Ναό Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Ιωνίας, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ και συμπροσευχομένων εντός του Ιερού Βήματος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ανέων κ. Μακαρίου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και Φιλαδελφείας κ. Βενεδίκτου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων).
ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ Ε΄ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟ-10/4/1961 (ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ)