Οι Άγιοι του Ναού μας

Αγία Φιλοθέη

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ΟΛΟΣΩΜΗ ΕΙΚΟΝΑ 1

Η Τουρκοκρατία ανέδειξε ένα νέο νέφος μαρτύρων, το ίδιο ηρωϊκό με αυτό της αρχαίας Εκκλησίας. Είναι οι πολυπληθείς Νεομάρτυρες, οι οποίοι κοσμούν το εκκλησιαστικό στερέωμα ως αστέρες πολύφωτοι.

Ένα τέτοιο πολύφωτο αστέρι της σκοτεινής αυτής εποχής, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, είναι και η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Η Αγία Φιλοθέη, (κατά κόσμον Ρηγούλα ή Ρεβούλα-Παρασκευή Μπενιζέλου), ήταν μοναχή με σημαντική φιλανθρωπική και κοινωνική δράση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας του 18ου αιώνα. H Ορθόδοξη Εκκλησία την έχει ανακηρύξει αγία και είναι στενά συνδεδεμένη με την πόλη των Αθηνών.

Η μνήμη της τιμάται από την Εκκλησία μας στις 19 Φεβρουαρίου.

Το Σεπτό Της λείψανο φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών εντός αργυρής επιχρυσωμένης λάρνακας.

Ἡ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν Ἁγία Φιλοθέη
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Τὴν περασμένη Τρίτη ἤτανε ἡ μνήμη τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη καὶ τὸν ἅγιο Ἰερόθεο.

Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχή τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.

Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναῖκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὥς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι᾿ ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλόγρηα.

Ag Filothei

Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της, ἔχτισε ἕνα μοναστήρι μὲ ἐκκλησία στὄνομά του. Εἶναι ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σῴζεται ἀκόμα πλάγι στὸ μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ μοναστήρι, ἡ Ρεβούλα χειροθετήθηκε μοναχὴ μὲ τὄνομα Φιλοθέη. Οἱ πρῶτες ἀδελφὲς ποὺ ζήσανε μαζί της ἤτανε οἱ δουλεύτρες ποὺ εἶχε στὸ πατρικὸ σπίτι της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔδραμαν πλῆθος ἄλλες παρθένες κι᾿ ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες καὶ ντυθήκανε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ζήσανε ἀγωνιζόμενες τὸν καλὸν ἀγώνα μὲ ὑποταγὴ στὴν ἄξια ἡγουμένισσα ποὺ τὶς διοικοῦσε στὸν πνευματικὸ δρόμο σὰν κάποια ἁγία Συγκλητική.

Τὰ ἁγιασμένα λόγια της ἔμπαιναν στὴν καρδιά τους σὰν δροσιὰ καὶ ἄνθιζαν μέσα τοὺς τὰ εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καὶ τὰ ἔργα της βεβαιώνανε τὰ λόγια της κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέγει: «Ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´, 19). Ὅπου μάθαινε πὼς βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, ἄρρωστος, χαροκαμένος, ἔτρεχε σὲ βοήθειά του μὲ περισσότερη προθυμία παρὰ ἂν ἔπαιρνε ἡ ἴδια τὴ βοήθεια ἀπ᾿ ἄλλον. Ἔχτισε νοσοκομεῖα καὶ γηροκομεῖα κοντὰ στὸ μοναστήρι της κι᾿ ἡ ἁγία Φιλοθέη δὲν φρόντιζε μοναχὰ γιὰ τὴ γιατρειά τους καὶ γιὰ τὴ σωματικὴ τροφὴ τους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική. Μὲ τὸν καιρό, πληθύνανε τόσο πολὺ οἱ ἀδελφὲς ποὺ μπήκανε στὸ μοναστήρι της, ποὺ δυστυχούσανε ἀπὸ κάθε πρᾶγμα ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε ἡ ἡγουμένη νὰ ἀπαντήσει τὰ μεγάλα ἔξοδα, κ᾿ οἱ καλογρηὲς γογγύζανε. Μὰ ἡ ἁγία τὶς καταπράϋνε μὲ λόγια ὑπομονετικά, κι᾿ ὁ Θεὸς ἔστελνε τὴ βοήθειά του πότε μ᾿ ἕναν τρόπο καὶ πότε μὲ ἄλλον ὡς ποὺ περνοῦσε ἡ στενοχώρια.

Ἐξὸν ἀπὸ τὰ ντόπια κορίτσια ποὺ συμμάζευε στὸ μοναστήρι της, ἔδινε προστασία καὶ σὲ ξένες γυναῖκες ποὺ ἐρχόντανε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ διάφορα μέρη σκλαβωμένες ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Μὲ τί κινδύνους καὶ μὲ τί βάσανα τὶς προστάτευε δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ γράψουμε καταλεπτῶς σὲ τοῦτο τὸ σύντομο σημείωμα. Τέσσερες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς σκλάβες εἴχανε ἀκουστὰ τὴν ἁγία Φιλοθέη κι᾿ ἐπειδὴ τὶς βασανίζανε οἱ ἀφεντάδες τους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, φύγανε κρυφὰ καὶ καταφύγανε στὸ μοναστήρι. Ἡ ἁγία τὶς πῆρε μέσα καὶ τὶς στερέωσε στὴν πίστη τους καὶ περίμενε εὔκαιρη περίσταση γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὶς στείλει στὸν τόπο τους. Μὰ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ εἴχανε τὶς σκλάβες, μάθανε πὼς τὶς εἶχε περιμαζέψει ἡ Φιλοθέη καὶ μπήκανε σὰν θηρία στὸ κελλί της ποὺ κειτότανε ἄρρωστη καὶ τὴν τραβήξανε καὶ τὴν πήγανε στὸν πασά. Καὶ κεῖνος πρόσταξε νὰ τὴ ρίξουνε στὴ φυλακή. Ἡ ἁγία δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἑτοιμάσθηκε νὰ χύσει τὸ αἷμα της γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἄλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ φωνάζανε νὰ σκοτώσουνε τὴν ἁγία. Κι᾿ ὁ πασᾶς πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσουνε μπροστά του, καὶ τῆς εἶπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὰ δυό, ἢ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της ἢ νὰ κοπεῖ τὸ κεφάλι της. Μὰ ἡ ἁγία ἀπάντησε μὲ ἀφοβία πὼς εἶναι ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ πασᾶς θἄβγαζε τὴν ἀπόφαση νὰ κόψουνε τὸ κεφάλι της, ἀλλὰ προφθάσανε κάποιοι ἐπίσημοι χριστιανοὶ καὶ μὲ τὰ παρακάλια τους ἀλλάξανε τὴ γνώμη τοῦ πασᾶ καὶ πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακή.

ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΑΓΙΑΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ
ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΑΓΙΑΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ

Γυρίζοντας στὸ μοναστήρι της ἡ ὁσία, δὲν ἔπαψε νὰ πορεύεται ὅπως καὶ πρὶν στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ. K᾿ ἐπειδὴ πληθαίνανε ὁλοένα οἱ μαθήτριές της, ἔχτισε κι᾿ ἄλλο μοναστήρι στὴν τοποθεσία Πατήσια, κι᾿ αὐτὸ στὄνομα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ἀλλὰ ἔχτισε μετόχια καὶ στὴ Τζια καὶ στὴν Αἴγινα, κι᾿ ἐκεῖ ἔστελνε τὶς ἀδελφὲς ποὺ ἔπρεπε νὰ μακρύνουνε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ κάποια αἰτία.

Σ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀσκητήρια οἱ καλογρηὲς δουλεύανε στοὺς ἀργαλειοὺς καὶ σὲ ἄλλα ἐργόχειρα, σὰν τὶς προκομμένες μέλισσες μέσα στὸ κουβέλι. Φτωχὰ κι᾿ ὀρφανὰ κορίτσια βρήκανε προστασία κ᾿ ἐργασία μέσα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ καταφύγια. Σὲ ὅ,τι κτήματα εἶχε ἡ ἁγία ἀπὸ τοὺς γονιούς της, ἔχτισε μοναστήρια καὶ φτωχοκομεῖα. K᾿ εἶχε πολλὴ περιουσία. Ἕνας προπάππος της εἶχε πάρει τὴ «δεχατέρα τοῦ ἀφέντη τῆς Ἀθήνας καὶ πῆρε προίκα ὅλη τὴν Κηφισιὰ καὶ τὸν Ἀχλαδόκαμπο ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὸ Χαλιάντρι». Στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸν Περισσὸ ἔχτισε ἄλλο μοναστήρι στὸ μέρος ποὺ τὸ λένε τώρα Καλογρέζα. Ὅλη ἡ φτωχολογιὰ τὴν εἶχε σὰν πονετικιὰ μάνα. Μὲ κάθε τρόπο πάσχιζε νὰ ἀνακουφίσει τοὺς δυστυχισμένους, τοὺς τάιζε, τοὺς ἄνοιγε πηγάδια γιὰ νἄχουνε νερό, τοὺς γιάτρευε, τοὺς ἔβρισκε δουλειά. Ὁ κόσμος τὴν ἔλεγε «κυρὰ δασκάλα».

Τὴν παραμονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου στὰ 1589 ἡ ἁγία Φιλοθέη βρισκότανε στὸ μοναστηράκι ποῦχε χτισμένο στὰ Πατήσια. Τὸ βράδυ συναχθήκανε οἱ ἀδελφὲς γιὰ νὰ κάνουνε ἀγρυπνία. Κάποιοι Ἀγαρηνοί, ποὺ τὴν ἐχθρευόντανε ἀπὸ καιρό, πηδήσανε ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ πιάνοντας τὴν ἁγία ἀρχίσανε νὰ τὴ χτυπᾶνε ὡς ποὺ τὴν ἀφήσανε μισοπεθαμένη. Τὴν ἄλλη μέρα τὴ σηκώσανε οἱ ἀδελφὲς καὶ τὴν πήγανε στὸ μετόχι ποῦχε στὸν Περισσό. Σὰν συνέφερε λίγο, ἔπιασε τὴν προσευχή, εὐχαριστώντας τὸ Θεὸ γιατὶ ἀξιώθηκε νὰ πληρωθεῖ μὲ κακία γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκανε στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ μοιάσει σ᾿ αὐτὸ μὲ τὸν Χριστό, κατὰ τὰ λόγια του ἀποστόλου Πέτρου ποὺ λέγει: «καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α´ Πέτρ. δ´ 13). Στὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589 παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή της στὸν Κύριο, ποὺ ὑπόμεινε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του.

Τὸ ἅγιο σκήνωμά της θάφτηκε στὸ μοναστηράκι τῆς Καλογρέζας κι᾿ ἀπὸ κεῖ ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρίσκεται στὴ σημερινὴ Ἀρχιεπισκοπή. Μετὰ πολλὰ χρόνια, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ κόντευε νὰ γκρεμνισθεῖ, τὸ πήγανε στὸν ἅγιο Ἐλευθέριο κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὴ σημερινὴ μητρόπολη, μέσα στ᾿ ἅγιο βῆμα. Στὸ μνῆμα της ἀπάνω βρεθήκανε γραμμένα τοῦτα τὰ λόγια:

«Φιλοθέης ὑπὸ σῆμα τόδ᾿ ἁγνῆς κεύθει σῶμα,
ψυχὴν δ᾿ ἐν μακάρων θήκετο Ὑψιμέδων».

Ἡ Φιλοθέη ἀνακηρύχθηκε ἁγία ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ματθαίου B´ (1595-1600). Νεόφυτος ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀφοῦ ἐξήτασε καὶ ἐρεύνησε τὰ κατὰ τὸν βίον καὶ τὸ μαρτύριον τῆς ὁσίας, σύνταξε ἀναφορὰ στὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους Κορίνθου καὶ Θηβῶν καὶ μὲ τοὺς προκρίτους τῆς Ἀθήνας γιὰ νὰ τάξει τὴν ὁσία Φιλοθέη στοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων. Σ᾿ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ ἔγγραφο εἶναι γραμμένα καὶ τοῦτα: «Ἐπειδὴ ἐδηλώθη ἀσφαλῶς ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς ὁσιωτάτης Φιλοθέης εὐωδίας πεπληρωμένον ἐστι καὶ μύρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦσί τε ἀσθενέσι τε καὶ θεραπείας δεομένοις τὴν ἴασιν δίδωσι… τούτου χάριν ἔδοξε ἡμῖν τε καὶ πάσῃ τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ τῶν καθευρεθέντων ἐνταῦθα ἀρχιερέων συγγραφῆναι καὶ ταύτην ἐν τῷ χορῷ τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων γυναικῶν, ὥστε κατ᾿ ἔτος τιμᾶσθαι καὶ πανηγυρίζεσθαι».

Αὐτὸς εἶναι μὲ ὀλιγολογία ὁ βίος τῆς Ἀθηναίας ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ γένους μας στὸν τυραννισμένον καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Δὲν στάθηκε αὐστηρὴ μονάχα στὸ νὰ κάνει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὰ ἀγωνίσθηκε καὶ πνευματικὰ γιὰ νὰ στερεωθεῖ ἡ ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σὰν κάστρο ποὺ θὰ ἀποσκέπαζε τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ τὴν ἀποβαρβάρωση. Ὅλα τὰ θυσίασε, πλούτη, ἀνάπαυση, ζωή γιὰ τὴν πίστη τῶν πατέρων της. «Θλῖψις συνέχει τὴν ψυχήν της» βλέποντας οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴν ἔχουνε στὰ «πάτρια» τὴν ἀγάπη ποὺ ἔπρεπε, ἀλλὰ νὰ ζοῦνε μουδιασμένοι, ἀδιάφοροι μὲ ψυχὴ γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.

Τὴν Ἀκολουθία της τὴν ἔγραψε κάποιος σοφὸς καὶ εὐλαβὴς ἄνθρωπος Ἱέραξ λεγόμενος. Ἀνάμεσα στὰ ὡραῖα ἐγκώμια εἶναι καὶ τοῦτο: «Δαυῒδ γὰρ τὸ πρᾷον ἔσχες καὶ Σολομῶντος, σεμνή, τὴν σοφίαν, Σαμψών τὴν ἀνδρείαν, καὶ Ἀβραὰμ τὸ φιλόξενον, ὑπομονήν τε Ἰώβ, τοῦ Προδρόμου δὲ θείαν ἄσκησιν…».

Τὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρισκότανε στὸ σημερινὸ δρόμο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης τὴν ἐγκρέμνισε ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν Γερμανὸς Καλλιγᾶς, παρ᾿ ὅτι εἶχε μεγάλο σέβας στὴν ἁγία, ἐπειδὴ ἤτανε ραγισμένοι οἱ τοῖχοι, κ᾿ ἔχτισε στὰ ἴδια θεμέλια τὸ παρεκκλήσι ποὺ ὑπάρχει τώρα, ἐνῷ μποροῦσε νὰ στερεώσει τὴν παλιὰ ἐκκλησία ποὺ εἶχε ὡραῖες τοιχογραφίες. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ (ὁ Γερμανὸς στάθηκε μητροπολίτης ἀπὸ τὰ 1889 ἕως τὰ 1896) δὲν γνωρίζανε οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Ἡ καινούργια ἐκκλησιὰ ποὺ χτίσθηκε εἶναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Ὅποιος μπαίνει μέσα, δὲν αἰσθάνεται κατάνυξη. Ἀλλ᾿ ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μετοχιοῦ ποὺ εἶχε χτίσει ἡ ὁσία στὰ Πατήσια γκρεμνίσθηκε καὶ κείνη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ γιατὶ δὲν μπορούσανε οἱ χριστιανοὶ νὰ τὴν περιποιηθοῦνε ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων πρὶν νὰ σηκωθεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὥς πρὸ ὀλίγα χρόνια κειτόντανε οἱ κολόνες μέσα στὰ ἀγριάγκαθα, στεκότανε ὄρθια μοναχὰ ἡ χυβάδα (κόγχη) τοῦ ἱεροῦ κ᾿ ἡ πόρτα μὲ τὸ δυτικὸ τοῖχο. Κάποιοι εὐλαβεῖς χριστιανοὶ τὴν ἀναστηλώσανε μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ κ. Ὀρλάνδου καὶ τώρα βρίσκεται πάλι ἀπαράλλαχτη ὅπως ἤτανε στὰ χρόνια της ἁγίας Φιλοθέης, ἕνα ταπεινὸ μὰ ἀτίμητο στόλισμα ἀνάμεσα στὰ ἀκαλαίσθητα καὶ ξενόμορφα σπίτια ποὺ χτισθήκανε γύρω στὸ γηραλέο αὐτὸ ἐκκλησάκι. Ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ τὸ στόλισα μὲ ἁγιογραφίες, ὅπως ἤτανε ὁ πόθος μου. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ζωγράφισα καὶ τὸ μοναστήρι, ὅπως ἤτανε τότε, μὲ τὴν ἡγουμένη ἁγία Φιλοθέη καὶ τὶς ἀδελφὲς ποὺ πηγαίνουνε στὴν ἐκκλησία.

Φαίνεται πῶς ὅλη ἡ οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων ἤτανε ἄνθρωποι φιλόθρησκοι. Στὸ νάρθηκα τῆς Καισαριανῆς εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὸ ζωγράφο ποὺ τὸν ἁγιογράφησε τούτη ἡ ἐπιγραφή:

«Ἰστόρηται ὁ πρόναος οὗτος ἤτοι νάρθηξ διὰ δαπάνης τῶν προσδραμόντων τῇ μονῇ φόβῳ λοιμοῦ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς πανυμνήτου Τριάδος καὶ σκέπῃ τῆς μακαρίας Παρθένου, οἵτινες εἰσὶν ὁ εὐγενὴς καὶ λογιώτατος Μπενιζέλος υἱὸς Ἰωάννου, ἅμα ταῖς εὐγενέσιν ἀδελφαῖς καὶ τῇ τεκούσῃ καὶ τῇ λοιπῇ αὐτοῦ συνοδείᾳ. Ἐπὶ ἡγουμένου Ἰεροθέου τοῦ σοφωτάτου ἱερομονάχου. Διὰ χειρὸς δὲ Ἰωάννου Ὑπάτου του ἐκ Πελοποννήσου. Ἔτει αϠχβ´ (1682) μηνὶ Αὐγούστω κ´ (20)».

Ἕνας Μπενιζέλος, ὁ Νικόλας, γίνηκε κι᾿ ἁγιογράφος, μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Μάρκου τοῦ Ἀργείου ποὺ ζωγράφισε πολλὲς ἐκκλησιὲς στὰ μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἀπὸ τὰ 1727 ὡς τὰ 1740 ἀπάνω-κάτω. Στὴν παλιὰ ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας στὸ Κορωπὶ εἶναι γραμμένο: «Ἱστορήθη δὲ κατὰ τὸ αψλβ´ (1732) διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου». Μαζὶ μὲ τὸ μάστορά του δούλεψε ὁ Μπενιζέλος καὶ στὸ τελευταῖο ἔργο του, τὴν ἁγιογράφηση τῆς Μονῆς τῆς Φανερωμένης στὴ Σαλαμίνα, ὅπως φανερώνει ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ σῴζεται καὶ ποὺ λέγει: «ΑΨΛE (1635). Ἱστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος Ναὸς οὗτος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν διὰ συνδρομῆς κόπου τε καὶ δαπάνης… Ἱστορήθη δὲ διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου ἐκ πόλεως Ἄργους καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου, Γεωργάκης καὶ Ἀντώνιος».

ΛΟΓΟΙ ΔΥΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ,
ΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

(Αρχιμ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ-τ. Ιεροκήρυκος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αθηνών, νυν Μητροπολίτου Μάνης)

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
(Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, 18-2-2005)

Το «κλέος τό μακάριον» κέρδισε η σήμερον εορταζόμενη Αγία Φιλοθέη η “Αθηναία, η «Κυρά των “Αθηνών», η “Αρχόντισσα, η δασκάλα, η μοναχή, η οσία, η Αγία Φιλοθέη, η δική μας αγία.

Και ιδιαιτέρως χαίρει ο Μητροπολιτικός αυτός Ναός των Αθηνών, ο Καθεδρικός Ναός, όπου είναι η έδρα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρίου Χριστοδούλου, διότι έχει ο Ναός αυτός την ιδιαιτέρα τιμή και ευλογία να διαφυλάσσει το τίμιον λείψανο της Αγίας Φιλοθέης και μάλιστα στην καινούργια και ωραία λάρνακα. Έχει το ιερό λείψανο της αγίας εις προσκύνησιν των ευλαβών προσκυνητών και των πιστών. Εις προσκύνησιν όλων μας και όλων σας, που κατακλύζετε κυριολεκτικά απόψε τούτον τον Μητροπολιτικόν Ναόν, για να εορτάσουμε όλοι μαζί, κλήρος και λαός την Αγία Φιλοθέη την Αθηναία.

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ΟΛΟΣΩΜΗ ΕΙΚΟΝΑ 2

Αρχόντισσα, λοιπόν, των Αθηνών, γιατί η Αγία Φιλοθέη ήταν γόνος αριστοκρατικής, μεγάλης και σπουδαίας Αθηναϊκής οικογενείας και αυτός ο σπουδαίος ιστοριοδίφης Καμπούρογλου αναφέρει στην ιστορία των Αθηνών, ότι ο πατέρας της αγίας, ο Άγγελος Μπενιζέλος έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο πατήρ της Φιλοθέης και αυτό και μόνον του αρκούσε, το ότι ήταν πατέρας μιας αγίας.

Έζησε η Αγία Φιλοθέη σε δύσκολα χρόνια, τον δέκατο έκτο αιώνα, τον πιό δύσκολο αιώνα της Τουρκοκρατίας, της σκληρής εκείνης περιόδου για τους πανέλληνες. Όμως, κατόρθωσε η αγία να σπουδάσει, να μάθει καλά τα ελληνικά και τα εκκλησιαστικά Γράμματα και την όλην παιδείαν και τα κατοπινά χρόνια όσα έμαθε τα χρησιμοποίησε για το γενικότερο καλό του τόπου και του Γένους.

Λίγο αργότερα λαμβάνει το μοναχικό σχήμα, γίνεται μοναχή και ιδρύει το Μοναστήρι της εδώ στην Αθήνα. Αλλά αυτό το μοναστήρι που ίδρυσε η αγία δεν ήταν απλώς για τον εαυτό της. Ήταν πνευματικό καταφύγιο και για πολλές άλλες ψυχές που ποθούσαν να βιώσουν το μοναχικό ιδεώδες, να δεχθούν το αγγελικό σχήμα και να ζήσουν εν Χριστώ κατά πάντα.

Σ΄εκείνο το ιερό ησυχαστήριο που ίδρυσε η Αγία Φιλοθέη, εκεί νυχθημερόν όλες οι αφιερωμένες ψυχές λάτρεψαν τον θεό. Νυχθημερόν ετελούντο όλες οι Ακολουθίες και οι ιερές Αγρυπνίες και υπήρχε το κομποσχοίνι και η προσευχή και η δέηση και η ικεσία και η ανάταση προς τον Θεόν.

Αλλά θα ήθελα, να επιμείνω απόψε, σ΄αυτόν τον τόσον κατανυκτικόν εσπερινόν εις μνήμην της, σ΄ ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αγίας Φιλοθέης. Και αυτό το χαρακτηριστικό, που ξεκινούσε από την λατρεία και από την αγάπη της και από την προσευχή της, από το γονάτισμα της προς τον Κύριον, ήταν το μεγάλο της προτέρημα, το μεγαλείο που είχε μέσα στην ψυχή της. Αυτό ήταν το μεγάλο ιδανικό της διακονίας.

Η Αγία Φιλοθέη είχε εγκολπωθεί αυτό που είπε ο Ίδιος ο Αρχηγός της Πίστεώς μας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι». Πάνω από το ράσο της φόραγε η Αγία Φιλοθέη το λέντιον της διακονίας. Και κατά το υπόδειγμα του Κυρίου, όχι μόνον τα πόδια έπλυνε, αλλά θυσίασε και την ζωήν της για να διακονήσει και να υπηρετήσει τον συνάνθρωπο της. Έμβλημά της η διακονία, χαρά της η διακονία, ιερότερο χρέος της η προσφορά στον πλησίον. Διακονώ σημαίνει υπηρετώ με ταπείνωση τον πλησίον, όχι με λόγια, αλλά με έργα. Και αυτό έκανε η Αγία.

Και επειδή το έργο της διακονίας είναι ύψιστο, είναι μεγάλη χριστιανική αρετή, ευαγγελική αρετή, γι’ αυτό οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι συναντά και πολλές δυσκολίες. Συναντά πολλάκις την άρνηση των ανθρώπων, την λοιδορία, την συκοφαντία, τον χλευασμό, ενίοτε και τον διωγμό. Και δυσκολίες ακόμη και από τους λογισμούς του ανθρώπου που εξασκεί την διακονία. Διότι πολλές φορές έρχεται ο πονηρός λογισμός: – μα υπηρέτης θα γίνω εγώ του άλλου; – Τι έχω να κερδίσω; Δυσκολίες ακόμη και από τους άλλους ανθρώπους, – μα δεν πρόκειται να κερδίσεις εσύ τίποτα διακονώντας. Μπορεί ακόμη να επισυμβεί και αχαριστία και αγνωμοσύνη και από αυτούς τους ευεργετηθέντες.

Όμως πέρα και πάνω από όλα αυτά στέκεται και πάλι ο λόγος του Κυρίου «οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι». Ένας λόγος που πραγματικά εμπνέει και φλογίζει καρδιές.

Το κτίριο της αγίας δεν ήταν μόνον μοναστήρι, ένα απλό ησυχαστήριο. Συγχρόνως ίδρυσε η Άγια και ένα ολόκληρο συγκρότημα. Συγκρότημα πολλών άλλων Ιδρυμάτων για τους συνανθρώπους της. Εκεί ίδρυσε διδασκαλείο όπου εμάθαιναν τα Ελληνικά Γράμματα. Εκεί πολλές νεάνιδες εύρισκαν προστασία στον ξενώνα, εκεί γέροντες στο γηροκομείο που ήταν δίπλα στο μοναστήρι εύρισκαν την περίθαλψη στα γεράματά τους. Εκεί οι γυμνητεύοντες εύρισκαν το ένδυμα για να ντυθούν, εκεί οι άστεγοι στέγη και εκεί οι πεινασμένοι, ο κάθε πεινασμένος, εύρισκαν την τροφή. Και όχι μόνον εκεί στο κεντρικό μοναστήρι της, εδώ στο κέντρο των Αθηνών, αλλά και στα μετόχια που ίδρυσε η Αγία, στα Πατήσια, στην Φιλοθέη, στην νήσο Κέα, στην διπλανή Αίγινα και εκεί είχε μετόχια και ησυχαστήρια φιλανθρωπικά.

Το συγκρότημα και το μοναστήρι της Αγίας ήταν, λοιπόν, σχολείο και εργαστήριο και ξενώνας και συσσίτιο και άσυλο και νοσοκομείο και γηροκομείο και ορφανοτροφείο. Μία «καινούργια Βασιλειάδα» τον δέκατον έκτον αιώνα εδώ , στην σκλαβωμένη τότε Αθήνα. Κατόρθωμα της μεγάλης καρδιάς της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, της αρχόντισσας των Αθηνών. Κάποτε όταν η πείνα ήταν μεγάλη μάστιγα, η αγία Φιλοθέη δεν δίστασε να ανοίξει όλες τις αποθήκες του μοναστηριού και να προσφέρει τα τρόφιμα και όλο το λάδι για τον πεινασμένο λαό.

Αξίζει να γνωρίζουμε ότι στο προάστιο των Αθηνών που ονομάστηκε Ψυχικό, είχε φτιάξει στο κτήμα της ένα πηγάδι, για να έρχονται και να ξεδιψούν οι διαβάτες και να πίνουν νερό οι οδοιπόροι και να γίνεται «το ψυχικό», γι΄αυτό και ονομάστηκε Ψυχικό. Και λίγο πιο πέρα, η άλλη της περιοχή, που πάλι και εκεί είχε διδασκαλείο και εργαστήριο για τα κορίτσια, εκεί η «καλή γραία», όπως την έλεγαν και ονομάστηκε έκτοτε «Καλογρέζα», η Αγία Φιλοθέη πρωτοστατούσε σε αυτά τα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Ο ρακένδυτος ντύνεται, ο κατατρεγμένος προστατεύεται, ο  θλιμμένος χαροποιείται, οι Ελληνίδες βοηθούνται ποικιλοτρόπως σε μια δύσκολη εποχή, που οι Τούρκοι προχωρούσαν σε ποικίλα δεινά και κυρίως στους γνωστούς εξιλαμισμούς.

Θαυμαστά όντως τα έργα της Αγίας Φιλοθέης, φρούριον ορθοδόξου πίστεως και Ελληνισμού, το μοναστικό συγκρότημα της Αγίας στο κέντρο των Αθηνών.

Και όλα αυτά τα επέτυχε, γιατί έμεινε πιστή άχρι θανάτου, πιστή στον Κύριον της, στον Ηγαπημένον Νυμφίον της ψυχής της. Μέχρι το βραδύ εκείνο, που οι Τούρκοι κατακτητές την συνέλαβαν, την έδειραν, την βασάνισαν. Ήταν το βράδυ της αγρυπνίας για τον έτερο μεγάλο Άγιο των Αθηνών, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Και σ’ εκείνη την αγρυπνία την άφησαν λιπόθυμη, αναίσθητη, για να παραδώσει μετά από λίγους μήνες το πνεύμα της στον Κύριον, στις 19 Φεβρουαρίου του έτους 1589.

Γι΄αυτό, απόψε που ήρθαμε για να τιμήσουμε την Αγία, ας σκεφθούμε όλοι μας το μεγάλο αυτό θέμα, που λέγεται διακονία προς τον συνάνθρωπό μας. Οφείλουμε να ξέρουμε, μορφωμένοι και ολιγογράμματοι και επιστήμονες και όλων των κοινωνικών τάξεων οι άνθρωποι, ότι μπορούμε να εφαρμόσουμε στην πράξη και στην ζωή μας την μεγάλη αυτή αρετή της διακονίας. Έπειτα μην νομίσετε ότι δεν υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι διακονίας. Αυτό πραγματοποιείται και γίνεται. Πολλοί στέκονται δίπλα στον συνάνθρωπόν τους και τον διακονούν. Δεν χάθηκε από τις μέρες μας το ύψιστο αυτό καθήκον, το ιερόν χρέος της διακονίας.

Σε τόσα Ιδρύματά που έχει η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ανιοδοτελώς διακονούν πολλοί κληρικοί και λαϊκοί. Κυρίες και κύριοι και φοιτητές και φοιτήτριες, όχι μόνον στα ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής, αλλά και σε άλλα πλαίσια και σε άλλους χώρους, θέτουν τον εαυτόν τους, διαθέτουν τον χρόνο τους, προσφέρουν την μόρφωσή τους, δίνουν την καρδιά τους για την βοήθεια του πλησίον.

Αγαπητοί μου,

“Αθήνα, η πρωτεύουσα δεν είναι μόνον η Ακρόπολη, δεν είναι μόνον οι αρχαίοι θησαυροί, δεν είναι μόνον τα σύγχρονα κτίρια, ούτε είναι το «μετρό». Η Αθήνα έχει και άλλους ατίμητους και αιωνίους θησαυρούς. Έχει πνευματικούς θησαυρούς. Και ένας τέτοιος θησαυρός είναι η Αγία Φιλοθέη, η Αγία Αρχόντισσά μας.

Ας την τιμήσουμε ευλαβικά.

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
(Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, 19-2-2006)

Δικαίως τιμά η «περιώνυμος τῶν Ἀθηναίων πόλις» την μεγάλη Διδασκάλισσα του Γένους, την οσιομάρτυρα αγία Φιλοθέη, την «κυρά τῶν Αθηνῶν». Και όλως ιδιαιτέρως «καμαρώνει» την αγία μνήμη της ο Καθεδρικός Ναός των Αθηνών, όπου και φυλάσσει ως εξαιρετική ευλογία το τίμιο λείψανο της και μάλιστα τελευταίως σε καινουργή και ωραία λάρνακα, όπως έπρεπε. Δικαίως δε τιμά και «καμαρώνει» καθ’ ότι η αγία Φιλοθέη δεν είναι τυχαία μορφή, ανάξια μελέτης και άνευ προσφοράς στον ελληνικό πολιτισμό.

Η Φιλοθέη υπήρξε τέκνον του δημογέροντος των Αθηνών Αγγέλου και της Συρίγης ή Συργιανής Μπενιζέλου, παλαιάς αρχοντικής οικογένειας των Αθηνών. Κατά δε τον περιφανή Καμπούρογλου, ο μεν σύζυγος ήταν εγγονός του Αγγέλου Μπενιζέλου ακμάσαντος περί το 1420, η δε σύζυγος είχε την καταγωγή από την βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων. Το έτος 1552 ότε γεννήθηκε η αρχοντοπούλα των Αθηνών, σηματοδοτούσε μια δεινή κατάσταση ολόκληρο το Ελληνικό Γένος. Είχε προηγηθεί και η άλωσις των Αθηνών υπό των Τούρκων και τα χρόνια ήσαν σκοτεινά και πικρά για τον Ελληνισμό. Μάλιστα η άλλοτε ένδοξος Αθήνα εταλαιπωρείτο από φοβερές επιδημίες, από εξισλαμισμούς, από ληστείες, αγριότητες, το φρικτό παιδομάζωμα. Ξένος περιηγητής του έτους 1546 έγραφε ότι «η Αθήνα είναι τόσο ερημωμένη, που φαίνεται απίστευτο ότι υπήρξε καποτε ένδοξη. Δεν είδα πουθενά φοβερώτερο τόπο. Ερημία, ξεραΐλα, αγκαθιές και βάλτους».

Η Αγία την Άνοιξη του 1523 στο Ναό Παναγίας της Γοργοεπηκόου («μικράς Μητροπόλεως») βαπτίσθηκε και ανετράφη στην αρχοντική οικογένεια της «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», λαμβάνοντας αρίστη μόρφωση ελληνική και χριστιανική. Μετά την χηρεία της, μόλις στην ηλικία των 17 χρόνων, γάμου διαρκείας τριών ετών, ως και μετά τον θάνατον των γονέων της κατά το έτος 1547, η Ρεγγούλα (ήτο το κοσμικόν της όνομα) αποφασίζει την ολοκληρωτική αφιέρωση στο Θεό. Γράφει σχετικώς ο βιογράφος της:

«Πρῶτον μέν δι΄ ἐν ὀράματι ἐπιταγῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου οἰκοδομεῖ Παρθενῶνα, ἐπ΄ ὀνόματι τούτου τοῦτον τιμήσαντα, μέ ἱκανά κελλία καί ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καί περιοχάς καί τόν ἐπροικοδότησε μέ μετόχια καί ὑποστατικά ἱκανά πρός ἀναγκαίαν ζωοτροφίαν τῶν ἐν αὐτῷ μοναζουσῶν» ( Δ. Γ. Καμπούρογλου, Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων, Αθήναι, 1889, τ. Α’, σελ. 147). Εκάρη μοναχή το 1551 από τον Μητροπολίτη Αθηνών Κάλλιστο (1550-1565) και έλαβε το μοναχικόν όνομα Φιλοθέη.

Το μοναστήρι που ίδρυσε η ίδια και με χρήματά της, στο σημείο όπου σήμερα ευρίσκεται το Μέγαρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, κατέστη αληθινό πνευματικό κέντρο λατρείας του Θεού και εξαίσιο πανδιδακτήριο παιδείας, τεχνών και αγάπης για τον πονεμένο λαό. Στο μοναστήρι αυτό μαζί της ήλθαν και οι θεραπαινίδες του αρχοντικού της, τις οποίες είχε κατηχήσει και ελευθέρως είχαν δεχθεί να γίνουν και αυτές μοναχές, όπως και άλλες νέες των Αθηνών από πλούσιες οικογένειες. Έκτος της συστηματικής λατρείας, των αγρυπνιών, της ασκήσεως και της προσευχής, η Αγία Φιλοθέη προχώρησε στο μοναστικό της αυτό συγκρότημα και στην οργανωμένη φιλανθρωπία για την ανακούφιση των πτωχών, των χηρών, των ορφανών, των αδελφών και των ασθενών. Εγινε η ίδια «διακόνισσα της αγάπης» και γι’ αυτό έκτισε, λόγω των ηυξημένων αναγκών, πλησίον του κεντρικού κτηρίου της Μονής και άλλα κτήρια, όπως νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, ξενώνα, αίθουσα συσσιτίου. Το σημαντικότερο έργο ήταν η ίδρυση “Διδακτηρίου” για τις νέες κοπέλες, όπου και τις προστάτευε από την εξαχρείωση στα χέρια των Τούρκων. Μερίμνησε ειδικότερα για την εκμάθηση των Ελληνικών Γραμμάτων, και κάποιας τέχνης, όπως πλεκτικής, υφαντικής, ραπτικής, κεντημάτων κ.ά. Είναι η πρώτη περίπτωση μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, όπου εξιστορείται στην Αθήνα επαγγελματική σχολή για νέες.

Παράλληλα η Αγία προστάτευσε άγαμες μητέρες, κατόρθωσε και εξαγόρασε αιχμαλώτους και τους ελευθέρωσε, πλήρωσε φόρους πολλών πτωχών ραγιάδων, απελευθέρωσε κρατουμένους και ιδίᾳ προφύλαξε πολλούς χριστιανούς από τους φοβερούς εξισλαμισμούς. Δικαίως μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι «τον 16ον αιώνα είχαμε μία καινουργία Βασιλειάδα», εδώ στην σκλαβωμένη Αθήνα, ένα σπουδαιότατο κατόρθωμα πολιτισμού, αγάπης και προνοίας. Το ίδιο και στα Μετόχια της (Πατήσια, Φιλοθέη, Καλογρέζα, Αίγινα, Κέα) τα οποία κατέστησαν και αυτά καταφύγια στοργής για πολλές ψυχές του δούλου Γένους.

Αλλά το εκπολιτιστικό και σωτήριο έργο της «Αθηνιώτισσας Κυράς» το μίσησαν οι Τούρκοι κατακτητές. Την νύκτα της 2ας Οκτωβρίου του έτους 1588 η Αγία βρισκόταν στο Μετόχι της Ι. Μονής της στα Πατήσια, επί της οδού Λευκωσίας, και συμμετείχε στην αγρυπνία της μνήμης του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Εκεί εισέβαλαν οι Τούρκοι εξηγριωμένοι και οπλισμένοι και την συνέλαβαν. «Την ήρπασαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή», αναφέρει χαρακτηριστικά ο βιογράφος της. Αλλά τα τραύματα στο ασκητικό της σώμα ήταν τόσο μεγάλα και σοβαρά, ώστε επί πεντάμηνον παρέμεινε βαρεία ασθενής με φρικτούς πόνους. Η ημέρα της κοιμήσεως δεν άργησε να έλθει. 19 Φεβρουαρίου 1589 παρέδωκε το πνεύμα της στον Ηγαπημένον Νυμφίον της ψυχής της.

Ολίγες μόνον ημέρες μετά τον ενταφιασμό της στον περίβολο της Ι. Μονής της (Αγ. Ανδρέα στην Αθήνα) από τον τάφο της ανεδίδετο θαυμαστή ευωδία και πολλά θαύματα εγίνοντο με την επίκληση του αγίου ονόματός της. Μόλις δέκα χρόνια αργότερα εγένετο η άγιοκατάταξή της και το σχετικό Συνοδικό Γράμμα «Περί της κατ΄έτος πανηγύρεως και του επ΄ Εκκλησίαις μνημοσύνου της Οσίας Φιλοθέης» έγραφε τα κάτωθι:

«Συνοδικὸν Γράμμα

Ἀπολυθὲν ἐπὶ Β΄ Πατριαρχείας Ματθαίου Β΄, τοῦ ἀπὸ Ἰωαννίνων, περί τό 1595-1600.

Ἐπειδὴ τῆς ἡμῶν μετριότητος συνοδικῶς προκαθημένης ἐδηλώθη ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς ὁσιωτάτης Φιλοθέης, τὸ κείμενον ἐν τῇ νεουργηθείσῃ ὑπ΄ αὐτῆς ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, οὐχ ἧττον τῶν πάλαι εὐα­ρεστησάντων Θεῶ ἐκείνων ὁσίων γυναίων, εὐω­δίας πεπληρωμένον ἐστὶ καὶ μῦρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦσιν ἀσθενέσί τε καὶ δεομένοις θεραπείας τήν ἴασιν δίδωσιν, ἥτις καὶ ζῶσα νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις κατατήξασα ἑαυτὴν (ἐξηντλήθη σωματικῶς) τέλους τετύχηκεν ἀμύμονος (θαυμαστοῦ), ὥς γε πλατύτερον τὰ περὶ αὐτῆς ὅ τε κατὰ τρόπον ἀρχιερατεύων Ἀθηνῶν Νεόφυτος καὶ ὁ Κορίνθου καὶ ὁ Θηβῶν καὶ πᾶς ὁ ἱερὸς τῶν Ἀθηνῶν κλῆρος συνάμα τοῖς ἄρχουσι δι΄ ἀναφορᾶς ἐνυπογρά­φου ἐπιστώσαντο, τούτου χάριν ἔδοξεν ἡμῖν τε καὶ πάσῃ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τῶν καθευρεθέντων ἐνταῦθα ἀρχιερέων συγγραφῆναι καὶ ταύτην τῷ χορῷ τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων γυναικῶν, ὥστε καὶ κατ’ ἔτος τιμᾶσθαι καὶ πανηγυρίζεσθαι δι΄ ἀγρυ­πνίας καὶ ψαλμωδίας καὶ ἁρμοδίου κανόνος, διηγουμένου τὰ ταύτης ἱερὰ ψυχωφελῆ κατορ­θώματα, ἅπερ δῆλα εἰσι τοῖς τε ἐγγὺς καὶ τοῖς πόρρω εὐσεβεστάτοις Χριστιανοῖς, οἱ τὰ ἴσα πρεσβεῖα ταῖς μνημονευμέναις ἁγίαις τῶν γυ­ναικῶν οὐκ ὀκνοῦσιν εὐλαβῶς παρέχειν καὶ πρὸς αὐτὴν ὡς τὴν ἐνάρετον καὶ ἰσάγγελον πολιτείαν κληρωσαμένην. Πρὸς δὲ καὶ τὸ μνημονεύεσθαι ἀενάως τὸ θεῖον ὄνομα αὐτῆς εἰς ἐκκλησίας δίκαιον κρίνομεν, ἵνα μή ὁ πανδαμάτωρ χρόνος λήθην τῶν ἀνδραγαθημάτων αὐτῆς προξενήσῃ…» (Δ.Γ.Καμπούρογλου, Μνημεῖα…., ὅ.π., σελ. 1144).

Όταν προ 100 ετών περίπου στις 20 Φεβρουαρίου του έτους 1907, ο γνωστός διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έδινε την είδηση της πανηγύρεως της εορτής της Αγίας Φιλοθέης, περιέγραψε ως εξής την εν λόγω εορτή: «Ήτο μία εορτή τω όντι ευαγεστάτη, σύμφωνος με την υψηλήν έννοιαν της ιεράς προσευχής και με τας αρχαίας τυπικάς διατάξεις, όπου η καρδία του Χριστιανού αθόρυβος, ατάραχος και γεμάτη ευλαβούς κατανύξεως, υψούται εις τα υπέρ την γην, μεταρσιουμένη προς τους ουρανούς». Εορτή, λοιπόν, μ΄ όλη την λαμπρότητα και ιεροπρέπεια. Θεωρούμε και εμείς οι σύγχρονοι Νεοέλληνες και ιδίᾳ οι Αθηναίοι ιερότατο χρέος μ’ αυτό το υψηλό φρόνημα να τιμούμε την μεγάλη αυτή Αγία. Γιατί η μοναχή, η διδασκάλισσα, η μάρτυς, η «Κυρά των Αθηνών», η Φιλοθέη η Αγία, η Αρχόντισσα μας πολλά ύψιστα πνευματικά ιδεώδη μας διδάσκει όλους μας.

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΙΛΟΘΕΗΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΙΑΝ (Περιέχεται στην έκδοση του Καθεδρικού Ναού (1972) με τίτλο: “Η ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ”

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΦΙΛΟΘΕΗΣ
Παλαίτυπη ακολουθία από το αρχείο του Καθεδρικού Ναού

Το έργο και το μαρτύριο της Αγίας Φιλοθέης π  Θωμάς Συνοδινός

Άγιος Γρηγόριος

Σημαντική μορφή της Εκκλησίας, της παιδείας και του Ελληνικού Γένους αποτελεί ο διαπρεπής οικουμενικός Πατριάρχης και άγιος εθνοιερομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε΄. Τρείς φορές ανήλθε στον θρόνο, δύο φορές απομακρύνθηκε και την τρίτη μαρτύρησε, απαγχονισθείς από τους Τούρκους στις 10 Απριλίου του 1821.  Το ιερό λείψανο διακομίσθηκε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871, όπου οι Αθηναίοι τού επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό μας Ναό, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη μαρμάρινη λάρνακα.

Στις 10 Απριλίου 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

ΕΙΚΟΝΑ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε

Ο Βίος του Αγίου Γρηγορίου Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Πηγή: Ιστότοπος « AΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ»

Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμον Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1750, από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στην συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στην Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 στο Άγιον Όρος. «Έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της. Στις 19 Αυγούστου 1785 εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριώτατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλὰ ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίον, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος απεφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του την διπλωματική δεξιοτεχνία.Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνονται μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπερτάτην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνῃσθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τὰς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων· μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τὰς ὑπονοίας, ὅτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῇ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῇ διὰ τῆς φυγῆς».

 Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 28 Δεκεμβρίου 1820 στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορικής απόψεως, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν  στην Ελλάδα, σε όλες τους τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση:

«Ἀμφοτέρας τὰς τιμίας ἐπιστολάς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φούντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τῶν ἐν αὐταῖς τιμίων λόγων σου ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα˙  οἱ γὰρ χρόνοι πονηροί εἰσι καὶ ἐν τοῖς φιλοπατριώταις ἔστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανῶνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπεπιστευμένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιῶται, οὓς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργοῦσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγεῖν· οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσί μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέου πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοῖς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρύφα ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐπίκρινε τοῖς θεοσεβέσιν ἀδελφοῖς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶᾳ πράϋνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχέσεσιν· ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὖν ταῖς ἐμαῖς εὐχαῖς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατυνεῖ αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἱ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἡσαΐα˙ γεώργει ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσει σοι ὁ Πανύψιστος».

Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἡμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώσῃ…».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε:

«Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας, ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῇ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Όταν σε μία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε’ απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τὸ Ἔθνος».

 Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε:

«Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθῃ τάς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργοῦσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην· εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων· δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῇ καὶ θριαμβεύσῃ, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

Ο Γρηγόριος ο Ε’, ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε τον σταυρό του. Ανέβηκε τον Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί “γιαφτάς”), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του

«…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώσῃ πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς των, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.»

«Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὅσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…»

«Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του οὐ μόνον εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψῃ ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸν τῶν ἄλλων».

20151007153509 00011

Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγητρίας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στην συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του, θέση Αγίου.

Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ο Κατραμής καί  ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την παννυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου» . Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871, όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.

ΤΑΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῷ, καὶ θῦμα εὐπρόσδεκτον, ὡς ἐναθλήσας καλῶς,  Χριστῷ προσενήνεξαι. Ὅθεν ἡ σὴ ἀγχόνη, ἀληθῶς ἀνεδείχθη, λύτρον μακρᾶς δουλείας, τῶν Ἑλλήνων τῷ γένει· διὸ Ἱερομάρτυς, Γρηγόριε τιμῶμέν σε. 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τὸ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης γέρας θεῖον καὶ καύχημα, Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἵνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξάσαντί σε Ἅγιε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἱεράρχης ἔνθεος, γεγενημένος θεόφρον, τὴν ἀγχόνην ἤνεγκας, ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου χαίρων. Ὅθεν σου, τῷ μαρτυρίῳ ἐγκαυχωμένη, ᾄδει σοι, Ἑλλὰς ἑόρτιον θεῖον ὕμνον, καὶ τὸ χαῖρέ σοι κραυγάζει, Ἱερομάρτυς Πάτερ Γρηγόριε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βυζαντίου θεῖος ποιμήν· χαίροις τῆς Ἑλλάδος, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυς τοῦ Κυρίου, Γρηγόριε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε’
(Παλαίτυπη ακολουθία από το αρχείο του Καθεδρικού Ναού)

Ο Μάρτυρας Πατριάρχης Άγιος Γρηγόριος ο Ε’

τοῦ Πρωτοπρ. Θωμᾶ Συνοδινοῦ, Προϊσταμένου τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν

῾…….Ἡ ἀναφορά μου δέν θὰ εἶναι ἱστορικὴ ὥστε νά ἀνασύρουμε στήν ἐπιφάνεια ὅσα ἡ λήθη ἴσως ἐσκέπασε καὶ ὅσα οἱ δόλιες καὶ σκότιες δυνάμεις ἀπέκρυψαν μὲ τέχνη καὶ σπουδή, θέλοντας νά κρατήσουν στό σκοτάδι τὶς μεμαρτυρημένες καὶ μὲ αἷμα ἐπικυρωμένες ἀλήθειες γιά τὴν προσφορά τοῦ Ἐθνοϊερομάρτυρος. Οὔτε θὰ ἀποτελέσει βαθειά τομὴ ὥστε νά μπορέσουν ὅσοι μέχρι σήμερα δέ τὰ κατάφεραν, νά διεισδύσουν στά ἄδυτα τῆς Ἐθνικῆς μας ὑποθέσεως καὶ νά κατανοήσουν, ὅσον εἶναι δυνατόν, ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος ἠγοράσθη τιμῇ αἵματος καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἡ ἱερὰ κολυμβήθρα γιά τὴν ἐλευθερία τοῦ Γένους. Οὔτε καὶ ἐλεγκτική θὰ εἶναι γιά  ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ὡς ὄργανα καὶ φερέφωνα ξένων, ἀνθελληνικῶν συμφερόντων, προσεπάθησαν νά συκοφαντήσουν καὶ σπιλώσουν μνῆμες καὶ μνήματα πού κρύβουν μέσα τους ἀγῶνες καὶ κόκκαλα ἱερά, ἀνθρώπων ἀγωνιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τότε πού γεννήθηκαν μέχρι τὴν ὥρα πού μαρτυρικὰ ἤ καθ΄οἱονδήποτε τρόπον ἐτελειώθησαν, ἕνα σκοπό εἶχαν στή ζωὴ τους ∙ νά σώσουν τήν τιμὴ τῆς πατρίδος καὶ νά παραδώσουν ἄσβεστη τὴν παράδοση καὶ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ποὺ παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Τοῦτο τὸ ἔπραξαν πρὸ ἐμοῦ διακεκριμένοι γιά τὴν ἐπιστημοσύνη τους πρόσωπα ὡς ἡ κ. Μαρία-Ἐλευθερία Γιατράκου, Διδάκτωρ τῆς ἱστορίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μὲ τὸ πόνημά της «Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄(1745-1821). Ὁ πρωτοκάθεδρος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους», ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ. Χρυσόστομος, στήν λίαν σημαντικὴ ὁμιλία του στό Συνεδριακό Κέντρο τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν στίς 19-3-2011, «Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Ὁ ἐθελόθυτος ἀμνὸς ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος», μὲ κορυφαῖο τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Χριστόδουλο στό ὀγκῶδες ἐξαίρετο πόνημά του «Ὁ ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης Γρηγόριος ὁ Ε΄». Ἐκεῖ ἐξαντλοῦνται τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, ἀναλύεται ἡ προσωπικότης τοῦ Ἱερομάρτυρος, καταρρίπτονται οἱ μῦθοι, ἀναιροῦνται οἱ συκοφαντίες, διαλάμπει ἡ ἀλήθεια.

* Η ομιλία με τίτλο –μέρος της οποίας ήταν αφιερωμένη και στον Αγ. Γρηγόριο τον Ε΄- Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν» πραγματοποιήθηκε την 14 Απριλίου του έτους 2019, μετά το πέρας του ΣΤ’ Κατανυκτικού  Εσπερινού  της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον Ιερό Ναό Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Ιωνίας, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ και συμπροσευχομένων εντός του Ιερού Βήματος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ανέων κ. Μακαρίου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και Φιλαδελφείας κ. Βενεδίκτου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων).

Ἀλλὰ θὰ δανειστῶ ἐν πρώτοις καὶ θὰ ἀναγνώσω ἐν εἴδει Συναξαρίου τμῆμα ἐκ τοῦ Πανηγυρικοῦ Λόγου τοῦ Ἐπισκόπου Σύρου Ἀλεξάνδρου Λυκούργου «Εἰς τὴν 50ετηρίδα τοῦ ἀγῶνος καὶ τὴν ἀνακομιδὴν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄» στόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν τὸ 1871. Ἀναφέρει μεταξὺ πολλῶν ἄλλων:

«………….Εἶναι αἱ πρῶται ἡμέραι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1821, καὶ ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διανύσασα μετὰ φρίκης καὶ ἀγωνίας τὴν ἁγίαν τεσσαρακοστήν, διέρχεται ἤδη τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Οὐδεμία δὲ τῶν ἡμερῶν τούτων παρέρχεται χωρὶς νὰ αὐξήσῃ ὁ τρόμος τῶν Χριστιανῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἐν τοῖς Πατριαρχείοις καὶ τῶν περὶ αὐτὰ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, διότι ἑκάστη ἡμέρα προστίθησι καὶ νέον κατάλογον θυμάτων εὐγενῶν καὶ περιφανῶν εἰς τὸ ἑλληνικὸν μαρτυρολόγιον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῆς φρίκης καὶ τοῦ τρόμου αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀκολουθίαι τῶν ἁγίων ἐκείνων ἡμερῶν ἐξακολουθοῦσι μετὰ πάσης τάξεως καὶ ἀκριβείας, οὐδεὶς δὲ ἐν τῇ μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ παραλείπει τὸ καθῆκον του, ἥκιστα δὲ πάντων ὁ ἀνώτατος ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους, ὁ Πατριάρχης. Περὶ τὸ δειλινὸν τοῦ μεγάλου Σαββάτου εἰσέρχεται εἰς τὸ πατριαρχικὸν δωμάτιον γέρων κληρικός, ὑπερεβδομηκοντούτης τὴν ἡλικίαν, μέτριος τὸ ἀνάστημα, ἰσχνὸς τὸ σῶμα, φέρων πώγωνα μέτριον καὶ μιξοπόλιον, ὅστις κεκοπιακὼς καὶ καταβεβλημένος κάθηται εἰς τὴν γωνίαν τοῦ ἀνακλίντρου. Ἐὰν ἀποβλέψῃ τις εἰς τὴν ἀπέριττον καὶ ἥκιστα πολυτελῆ ἐνδυμασίαν του, ἀμφιβάλλει, ἐὰν ἀνήκει εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν τῆς κληρικῆς ἱεραρχίας· ἀλλὰ παρατηρεῖ τὸ βαθὺ πρὸς τὸν εἰσελθόντα σέβας τῶν περὶ αὐτόν, πείθεται ἀμέσως ὅτι αὐτὸς εἶναι ὅπως καὶ εἶναι, ὁ ἔνδοξος ἐπὶ σοφίᾳ καὶ συνέσει καὶ ζήλῳ καὶ ἀρετῇ, ἀλλὰ πολυπαθὴς καὶ πολύτλας ἀρχηγὸς τοῦ δεδουλωμένου ἔθνους, ὁ ἀπὸ τριῶν ἐτῶν τὸ τρίτον ἤδη πατριαρχεύων, ὁ πολὺς ἐν ἔργοις καὶ λόγοις Γρηγόριος ὁ πέμπτος. Ἀτενίζων τότε εἰς τὴν μορφὴν τοῦ γέροντος, καταλαμβάνεσαι ὑπὸ σεβασμοῦ ἅμα καὶ ὑπὸ ἀνεξηγήτου τινὸς θλίψεως· ὑπὸ σεβασμοῦ, διότι βλέπεις ὀφθαλμοφανῶς ἀπεικονισμένην ἐπὶ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης μορφῆς τὴν θερμὴν καὶ ἔνθεον ψυχὴν τοῦ σοφοῦ καὶ ἐναρέτου, ἀλλ᾿ ἅμα καὶ δραστηρίου καὶ συνετοῦ μεγαλεπηβόλου Πατριάρχου, οὗτινος ἑκάστη Πατριαρχεία εἶχε σημειωθῇ διὰ μιᾶς μεγάλης καὶ ἐθνωφελοῦς πράξεως· ὑπὸ θλίψεως δέ, διότι οἱ γλαυκοὶ τοῦ γέροντος ὀφθαλμοὶ δὲν ἔχουσι πλέον τὴν παλαιὰν αὐτῶν λάμψιν καὶ γοργότητα, καὶ οἱ χαρακτῆρες τοῦ προσώπου καταβεβλημένοι καὶ σκυθρωποί, ὄχι ἐκ τῆς ἡλικίας, οὐδ᾿ ἐκ τῆς μακρᾶς νηστείας, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν καὶ ἐπέκεινα ψυχικῶν ὀδυνῶν καὶ παθημάτων. Ὁ Γρηγόριος εἶχε ἰδιοσυγκρασίαν σώματος καὶ ψυχῆς ῥωμαλέαν, καὶ τὰ μεγάλα πολιτικὰ γεγονότα, ὅσα κατὰ παράδοξον συγκυρίαν συνέπεσαν πρὸς ἑκάστην τῶν τριῶν αὐτοῦ πατριαρχειῶν, εὗρον αὐτὸν ἀείποτε ὀρθὸν καὶ ἄκαμπτον κατὰ τὴν ἀνδρίαν καὶ τὸ φρόνημα. Ἀλλὰ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς τρίτης ταύτης πατριαρχείας ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἡ συναίσθησις τοῦ μεγέθους καὶ τῶν κινδύνων τῆς προπαρασκευαζομένης ἀναστάσεως τοῦ γένους, καθὼς καὶ αἱ αἱματηραὶ σκηναί, ὅσαι συνώδευσαν τὴν τελευταίαν τεσσαρακοστὴν εἶχον ἐπὶ τέλους καταβάλῃ αὐτόν. Ἐδειλία δὲ καὶ ἐφοβεῖτο ὄχι περὶ ἑαυτοῦ· ἀπ᾿ ἐναντίας ὁ περὶ τοῦ προσώπου του κίνδυνος εὗρεν αὐτὸν ἀπτόητον καὶ ἀνδρεῖον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ ἐνδόξου ἀλλὰ φοβεροῦ του σταδίου. Ὄχι μόνον ἀπέκρουσεν ἐντόνως καὶ διαρρήδην τὴν πρότασιν φίλων, συμβουλευσάντων αὐτόν, νὰ δραπετεύσῃ, ἀλλὰ καὶ ὡς χρέος του ἱερὸν ἐθεώρησε νὰ σταθῇ τότε μάλιστα κατὰ τὰς φοβερὰς ἐκείνας ἡμέρας τοῦ κινδύνου εἰς τὴν θέσιν του, ὡς ὁ ἀνώτατος παρὰ τῷ τυράννῳ ἀντιπρόσωπος καὶ ἐγγυητὴς τοῦ ἔθνους, θυσιάζων ἑαυτὸν ἐν ἀνάγκῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὑτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων». Τόσον δὲ βέβαιος ἦτο περὶ τῆς θυσίας ταύτης, ὥστε ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐν τοῖς Πατριαρχείοις τηρουμένους Σέρβους προεῖπε τὸν θάνατον του, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην τοῦ μεγάλου Σαββάτου, παρὰ τὴν λιτὴν τράπεζαν, ἥτις τῷ παρετέθη μετὰ διήμερον ἀσιτίαν, ἠρώτησέ τινας τῶν παρακαθημένων οἰκείων, τίνα νομίζουσι ὀλιγώτερον ὀδυνηρὸν θάνατον, τὸν διὰ καρατομίας ἢ τὸν δι᾿ ἀγχόνης; Ἀλλ᾿ ἂν δὲν ἐφοβεῖτο περὶ ἑαυτοῦ, ἐφοβεῖτο ὅμως καὶ ἔτρεμε περὶ τοῦ δυστυχοῦς ἔθνους καὶ ἑκάστη πληγὴ τοῦ δημίου κατὰ τὰς τελευταίας σφαγὰς ἤνοιγε συγχρόνως καὶ μίαν πληγὴν εἰς τὴν καρδίαν του, ἥτις ἀντήχει μετ᾿ ὀδύνης εἰς πᾶσαν σφαγὴν καὶ εἰς πᾶσαν εἴδησιν παντὸς κινήματος εἴτε τῶν τυράννων εἴτε τοῦ τυραννουμένου καὶ πρὸς τὸν μέγαν ἀγῶνα συγκινουμένου καὶ ἐξανισταμένου ἔθνους.

Ἐπῆλθεν ἡ νὺξ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ πεντακισχίλιοι Γενίτσαροι περιφέρονται εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Φαναρίου, χωρὶς νὰ ἐνοχλήσωσι, χωρὶς νὰ φονεύσωσί τινα. Ὁ βηματισμὸς αὐτῶν ἀντηχεῖ μετὰ φρίκης εἰς τὰς οἰκίας τοῦ Φαναρίου καὶ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον. Αὐξάνει δὲ τὸν φόβον καὶ τρόμον τοῦτον ἡ ἀπραξία καὶ ἡσυχία αὕτη τῶν ἀγρίων στρατιωτῶν, ὡς προάγγελος νέου τινὸς ἀγνώστου, ἀλλὰ φοβερωτέρου τῶν μέχρι τοῦδε ἔργων. Ὁ Γρηγόριος, ἔντρομος καὶ ὑπὸ ἀπαισίων προαισθημάτων κατεχόμενος, εἰσέρχεται εἰς τὸ δωμάτιόν του, ὅπου ἐν κατανύξει καὶ μετὰ δακρύων προσεύχεται μέχρι τῆς ὥρας τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ ἐξουσία εἶχε προκηρύξει, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δύνανται ἀνενόχλητοι νὰ ἑορτάσωσι τὸ Πάσχα, ὅθεν καὶ ὁ κράκτης ἠδυνήθη νὰ σημάνῃ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ οἱ τολμηρότεροι τῶν εὐσεβῶν, διελθόντες τὰ πλήθη τῶν Γενιτσάρων, συνήχθησαν εἰς τὴν πατριαρχικὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχεν ἤδη καταβῆ καὶ ὁ Πατριάρχης μετὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ τοῦ λοιποῦ κλήρου, ἐν ᾧ συγχρόνως φρουρὰ τρισχιλίων στρατιωτῶν περιέζωσε τὸ Πατριαρχεῖον. Ὁ Πατριάρχης συνιερούργησε κατὰ τὸ σύνηθες μετὰ δώδεκα ἀρχιερέων, οὐδὲν δὲ ἐγένετο ἢ παρετηρήθη, ἐνθυμίζον τὴν τρομοκρατίαν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, εἰ μὴ ἡ ἐκ τῆς συνήθους αὐτῶν θέσεως ἐν τῷ ναῷ ἔλλειψις τῶν ἐπισήμων προσώπων, ἐν οἷς καὶ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωσσίας, ὡς καὶ ἡ ἰδιαιτέρα συγκίνησις τοῦ Πατριάρχου, ὅστις, ὅτε ψάλλοντος τοῦ χοροῦ τὸ «Ἀγαπήσω σε Κύριε ἡ ἰσχύς μου», ἠσπάσθη κατὰ τὸ σύνηθες τοὺς συνιερουργοῦντας ἱερεῖς, ἦτο πλήρης δακρύων! Μετὰ τὴν λειτουργίαν οἱ περὶ τὸν Πατριάρχην ἀνέβησαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπου περὶ τὴν δεκάτην ὥραν πρὸ μεσημβρίας ἔρχεται ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ μέγας διερμηνεὺς εἰσῆλθε μετὰ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ καὶ ἄλλων ἐπισήμων τῆς Πύλης προσώπων εἰς τὸ μέγα Συνοδικόν. Ὁ Γρηγόριος ἀνέρχεται ἐκεῖ, ὅπου προσκαλοῦνται μετὰ σπουδῆς καὶ οἱ ἄλλοι ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ γένους εἰς συνεδρίασιν, ἥτις καὶ συγκροτεῖται μετὰ πάσης ταχύτητος. Τότε ἀναγινώσκεται φιρμάνιον, δι᾿ οὗ ὁ Πατριάρχης κηρύττεται ἔκπτωτος τῆς θέσεώς του καὶ ἐξόριστος. Ὁ Γρηγόριος παρευθὺς ἐγερθεὶς ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης. Ἐκεῖ δὲ παρευθὺς περικυκλοῦται ὑπὸ τῶν Τούρκων, καὶ ἀπάγεται διὰ θαλάσσης εἰς τὸ δεσμωτήριον τοῦ Βοσταντσίμπαση. Μετὰ δὲ τὴν ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ ἔξοδον τοῦ Γρηγορίου ἀνεγνώσθη ἕτερον φιρμάνιον, δι᾿ οὗ διετάσσετο ἡ ταχίστη νέου ἐκλογὴ Πατριάρχου. Ἡ ψῆφος ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐν Ἀδριανουπόλει πρῴην Πατριάρχου Κυρίλλου, ἀλλ᾿ ὁ γραμματεὺς τῆς Πύλης ἀπεκρίθη ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι δεκτή, ἅτε ἀπόντος τοῦ ψηφισθέντος, καὶ διότι ὁ διάδοχος πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ αὐθωρεί. Ὅθεν καὶ ἐξελέχθη ὁ Πεισιδίας Εὐγένιος, ὅστις καὶ συνωδεύθη κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὴν ὑψηλὴν Πύλην, ὁπόθεν μετ᾿ ὀλίγον ὑπέστρεψεν ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει λαμπροτέρα τοῦ συνήθους.

Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τούτῳ τί ἐγένετο ὁ ἱερὸς Γρηγόριος; Ὑπεβλήθη εἰς διαφόρους βασάνους. Καὶ οἱ μὲν ἠρώτουν αὐτόν, τίνες ἦσαν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀποστασίας, οἱ δὲ προέτρεπον εἰς ἄρνησιν τῆς πίστεως· ἀλλ᾿ ὁ καρτερικὸς ἱεράρχης πρὸς ἐκείνους μὲν ἐσιώπα, πρὸς τούτοις δὲ ἀπεκρίθη λέγων. «Μάτην κοπιάζετε· ὁ Πατριάρχης τῶν Χριστιανῶν ἀποθνῄσκει Χριστιανός». Ἀφ᾿ οὖ ἐν τούτοις παρῆλθεν ὁ ὑπὸ τῆς ἐξουσίας προϋπολογισθεὶς χρόνος, ὁ Γρηγόριος ἐξαχθεὶς τοῦ δεσμωτηρίου καὶ ὑπὸ φρουρᾶς πολυαρίθμου συνοδευόμενος, ὡδηγήθη εἰς τὸ παράλιον, ὅπου πλῆθος τρικώπων λέμβων ἐπέπλεον. Ἐκεῖ δὲ ἀποχαιρετίσας καὶ εὐλόγησας πάντας τοὺς οἰκείους, ἀσπασθέντας μετὰ λυγμῶν καὶ δακρύων τὴν δεξιάν του, ἐπεβιβάσθη εἰς μίαν τῶν λέμβων, ὅπου συνεπέβη καὶ ὁ ἀρχιβασανιστής. Ἐπέβη δὲ καὶ ὁ φρούραρχος μετὰ τῆς φρουρᾶς εἰς τὰς λοιπὰς λέμβους καὶ τὸ θῦμα ὡδηγήθη εἰς τὴν ἀποβάθραν τοῦ Φαναρίου, ὅπου συνήθως ἐξετελοῦντο αἱ θανατικαὶ ποιναί. Ὁ Γρηγόριος, ἰδὼν τὸ παρὰ τὴν ἀποβάθραν συνηγμένον ἀπειράριθμον πλῆθος τῶν Τούρκων, ἐνόμισεν ὅτι ἐκεῖ ἦτο ὁ τόπος τῆς καταδίκης του. Ὅθεν καὶ ἅμα ἀποβὰς ἀνέτεινε τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐποίησεν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, καὶ γονυπετήσας ἔκλινε τὴν κεφαλήν, ὡς διὰ ν᾿ ἀποκεφαλισθῇ· ἀλλ᾿ ὁ ἀρχιβασανιστὴς ἐλάκτισεν αὐτὸν λέγων «Ἐγέρθητι καὶ βάδιζε». Πλὴν αἱ δυνάμεις τοῦ πρὸ πολλοῦ ἐκ τῆς μακρᾶς ἐγκρατεύσεως καὶ τοσούτων, σωματικῶν καὶ ἠθικῶν βασάνων πάσχοντος γέροντος εἶχον ἐξαντληθῇ· ὅθεν καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεγερθῇ. Οἱ δὲ περὶ τὸν ἀρχιβασανιστὴν ὑποβοηθοῦντες αὐτὸν προήγαγον διὰ τοῦ πλήθους ἕως εἰς τὸ προαύλιον τοῦ Πατριαρχείου· ἐν ᾧ δὲ οἱ ἐν τῷ Πατριαρχείῳ, ἀγνοοῦντες τὰ ἔξωθεν γινόμενα, καὶ νομίζοντες τὸν Γρηγόριον εἰς ἐξορίαν μόνον καταδικασθέντα κατὰ τὸ ἀναγνωσθὲν φιρμάνιον, συνετέλουν τὰ κατὰ τὸν εὐφημισμὸν τοῦ νέου Πατριάρχου, οἱ δήμιοι ἐξήρτησαν ἀγχόνην ἐκ τοῦ ἀνωφλίου τῆς μεσαίας πύλης τοῦ πατριαρχικοῦ προαυλίου, καὶ σύραντες τὸν Πατριάρχην, ὅστις, ἀνατείνας τὰ ὄμματα πρὸς τὸν οὐρανόν, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ δέξαι τὸ πνεῦμά μου»· καὶ ἐξέτεινε πρὸς εὐλογίαν τῶν πιστῶν ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας, ἐνέβαλον εἰς τὸν βρόγχον τὸν τράχηλόν του, καὶ ἀνασύραντες ἀπηγχόνισαν. Μόλις δὲ ἐξέπνευσε, καὶ προσελθὼν ὁ φρούραρχος προσήλωσεν ἐπὶ τοῦ ἀσπαίροντος ἔτι σώματος χάρτην, δηλοῦντα διὰ μακρῶν ὅτι ὁ Πατριάρχης τῶν ῥωμαίων ἀπηγχονίσθη ὡς ἄπιστος καὶ ἀχάριστος πρὸς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, καθ᾿ ὅλα δὲ τὰ φαινόμενα ὡς ἀρχηγὸς καὶ μυστικὸς συνένοχος τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ὡς καταγόμενος ἐκ τῆς ἀποστατησάσης Πελοποννήσου.

Ὡς κεραυνὸς ἐνέσκηψεν εἰς τοὺς ἐν τοῖς Πατριαρχείοις καὶ εἰς ἅπαντας τοὺς Χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης αἱ φρικώδεις λέξεις «ἐκρέμασον τὸν Πατριάρχην». Ἔφριξαν πάντες διότι ἡ θυσία αὕτη ἐθεωρήθη, καὶ εὐλόγως, ὡς νέα ἀφετηρία νέων σφαγῶν καὶ λεηλασιῶν, αἵτινες καὶ ἤρχισαν ἀμέσως, διότι αὐθημερὸν ἀπηγχονίσθησαν εἰς τρία διάφορα τῆς πόλεως μέρη τρεῖς ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων ἀρχιερέων, πρὸ μηνὸς ἤδη τηρούμενοι ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ, ὁ Ἐφέσου, ὁ Ἀγχιάλου καὶ ὁ Νικομηδείας, ὅστις, εἰ καὶ ἕνεκα τοῦ βαθυτάτου γήρατος ἐξέπνευσε καθ᾿ ὁδὸν ἀπαγόμενος, καὶ νεκρὸς ὅμως ἀπηγχονίσθη. Ἀλλὰ τίς εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ στενὰ ὅρια λόγου, καὶ νὰ ἀπαριθμήσῃ μόνον τὰς νέας σφαγὰς καὶ ἀπαγωγὰς καὶ διαρπαγὰς καὶ ἱεροσυλίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ δὴ παραλείπομεν πάντα ταῦτα καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὴν κυριωτάτην τῆς τραγωδίας σκηνήν. Ἐκρέματο ἐπὶ τῆς ἀγχόνης ὁ ἱερομάρτυς Γρηγόριος, θέαμα καὶ σκοπὸς πάσης ὕβρεως τοῦ διαβαίνοντος ἐκεῖθεν ὄχλου τῶν βαρβάρων, τρεῖς κατὰ συνέχειαν ἡμέρας, μεθ᾿ ἃς οἱ δήμιοι, καθελόντες αὐτὸν καὶ ἐκδύσαντες παρέδωκαν ἡμίγυμνον εἰς τοὺς ἐπὶ τούτῳ συνδραμόντας ἐκεῖ Ἰουδαίους, οἵτινες λαβόντες μετὰ χαρᾶς τὸ σχοινίον τῆς ἀγχόνης καὶ ἀλαλάζοντες περιέσυραν ἐπὶ τῶν λιθοστρώτων ἀγυιῶν τὸν νεκρὸν τοῦ ἱερομάρτυρος, μέχρις οὗ φθάσαντες εἰς τὸ παράλιον, τὸ ἔρριψαν ὑβρίζοντες εἰς τὴν θάλασσαν. Τότε δὲ ὁ δήμιος λαβὼν τὴν ἄκραν τοῦ σχοινίου, εἰς ὃ ἦτο ὁ Πατριάρχης, ἐπέβη εἰς ἀκάτιον, καὶ φθάσας κατὰ μέσον τὸν Κεράτιον κόλπον, προσέδεσε λίθους εἰς τὸν λαιμὸν τοῦ νεκροῦ, καὶ διατρυπήσας αὐτὸν τρὶς καὶ τετράκις διὰ μαχαίρας, ὅπως καταβυθισθῇ, τὸν ἀφῆκε καὶ ἀνεχώρησε.

Τοιοῦτον ἄτιμον καὶ σκληρότατον θάνατον παρεσκεύασαν, καὶ τοιαύτας ὕβρεις καὶ ἀτιμώσεις περὶ τοῦ νεκροῦ ἐμηχανεύθησαν οἱ μισόχριστοι, ὅπως ἀτιμάσωσι καὶ καταισχύνωσι τὸ ἑλληνικὸν γένος καὶ τὴν ἄσπιλον καὶ ἄμωμον τοῦ Χριστοῦ νύμφην τὴν ἐκκλησίαν. Ἀλλ᾿ εἰς μάτην οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ μόχθοι αὐτῶν, διότι, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ὁ Κύριος τῆς δόξης ἐπεφύλασσεν εἰς τὸν ἔνδοξον τοῦτον ἱερομάρτυρα τιμὰς πολὺ ἀνωτέρας καὶ λαμπροτέρας ἐκείνων, ὧν ἠθέλησαν νὰ τὸν ἀποστερήσωσιν. «Ὠσθεὶς ἀνετράπην τοῦ πεσεῖν, καὶ ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου». Ὁ νεκρὸς τοῦ ἐνδόξου ἱερομάρτυρος ἀναδύεται μετ᾿ οὐ πολὺ ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης, καὶ ὑπὸ τῶν κυμάτων τῇ δὲ κἀκεῖσε παραριπτόμενος, φθάνει πλησίον ἑλληνικοῦ τινος πλοίου, ὅπου ἀναγνωρισθεὶς ἀναλαμβάνεται κρυφίως τὴν νύκτα. Ὁ δὲ εὐσεβὴς Κεφαλλὴν πλοίαρχος Σκλάβος, ἀναπετάσας πάσῃ σπουδῇ τὰ ἰστία, σπεύδει πρὸς τὰς χριστιανικὰς ἀκτὰς τοῦ Εὐξείνου Πόντου, σῳζόμενος καὶ σῴζων εἰς Ὀδησσόν τὸ πολύτιμον εὕρημα.

Τίς δύναται νὰ περιγράψῃ τὴν χαρὰν καὶ συγκίνησιν, τὴν εὐφροσύνην καὶ τὰ δάκρυα τῶν Χριστιανῶν τῆς ῥωσσικῆς ἐκείνης μεγαλοπόλεως, ἥτις καὶ πρότερον μέν, ἀλλ᾿ ἐσχάτως μάλιστα μετὰ τὴν ἐν Δακίᾳ ἔκρηξιν τῆς ἐπαναστάσεως, εἶχεν ἀποβῆ τὸ κυριώτατον καὶ ὑπὸ μυριάδων στομάτων εὐφημούμενον καὶ εὐλογούμενον ἄσυλον τῶν κατατυραννουμένων καὶ σφαζομένων Ἑλλήνων. Σπεύδουσιν ἅπαντες πρὸς τὸν διὰ θαύματος ἀνευρεθέντα, ἅμα δὲ ἄσηπτον καὶ ἄοσμον διατηρηθέντα νεκρὸν τοῦ πολυπενθοῦς καὶ πολυκλαύστου Πατριάρχου, πρῶτοι δὲ πάντων οἱ ἐπιφανεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κληρικοί τε καὶ λαϊκοί, οἵτινες καὶ τὸν ἀναγνωρίζουσι, μετ᾿ αὐτῶν δὲ τὸν ἀναγνωρίζουσι ἀδιστάκτως καὶ ὁμοφώνως καὶ πάντες οἱ προσελθόντες δυτικοί, ὅσοι, ἐν Κωνσταντινουπόλει πρότερον ὄντες, εἶχον ἀφορμὴν νὰ τὸν ἴδωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς.

Ὁλόκληρος ἡ ὀρθοδοξούσα Ῥωσσία ἀπὸ τοῦ εὐσεβέστατου καὶ φιλανθρωποτάτου αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου χριστιανοῦ συγκινοῦνται βαθέως πρὸς τὸ ἄκουσμα. Κατὰ διαταγὴν τῆς αὐτοκρατορικῆς κυβερνήσεως τελεῖται λαμπρὰ καὶ μεγαλοπρεπὴς κηδεία τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, τὸ ὁποῖον κατατίθεται εἰς πολύτιμον λάρνακα, ἐνδεδυμένον ὁλόχρυσον ἀρχιερατικὴν στολήν, καὶ προπέμπεται ἐν μέσῳ λαμπρᾶς καὶ ἐπισημοτάτης συνοδίας ἀρχιερέων καὶ ἱερέων, πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν καὶ λαοῦ, ἁπανταχόθεν τῆς Ῥωσσίας συνδραμόντος, πυροβολούντων ἀδιακόπως τῶν σημαιοστολίστων πλοίων καὶ τοῦ φρουρίου, εἰς τὴν καθεδρικὴν ἐκκλησίαν τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐκεῖ δὲ μετὰ τὴν θείαν ἱερουργίαν ψάλλεται ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία καί, ἀφ᾿ οὗ ἔμεινεν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ταύτῃ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας, ὅπως προφθάσῃ νὰ τὸ ἀσπασθῇ ὁ πολλαχόθεν συρρεύσας εὐσεβὴς λαός, μετηνέχθη εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπου καὶ ἐτάφη ἀπέναντι τῆς πύλης τοῦ πρὸς νότον παρεκκλησίου. Ἐκεῖ δέ, ὡς εἰς λιμένα ἀσφαλῆ καὶ ἀσάλευτον μετὰ μακρὸν κλύδωνα καὶ σάλον καταφυγοῦσα ναῦς, ἔμεινε τεθαμμένον μέχρι τῶν ἐσχάτων τούτων ἡμερῶν…».

        Κατὰ τὴν ὥραν τῆς κηδείας ἐξεφώνησε Ἐπιτάφιον Λόγον ὁ ἐπιφανὴς Πρεσβύτερος Κων/νος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων ἀνέφερε:

         «Τοιουτοτρόπως, ἀδελφοί μου,  ὁ Ἱερὸς Γρηγόριος ἐδοξάσθη εἰς τὴν Πατριαρχικήν του ζωήν, δεικνύων γεγραμμένον εἰς τὴν καρδίαν του τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς καινῆς Ἱερουσαλήμ.  Δὶς ἀπεβλήθη ἀπὸ τὸν θρόνον του ὁ μακάριος, ὡς ἄλλος Χρισόστομος, ὑπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους. Δὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὄχι  διά νά ἡσυχάσῃ ἀργός, ἀλλὰ νὰ μεταλλάξῃ τοὺς ἄθλους του. Ἐκεῖ ἐγίνετο τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς μοναδικῆς πολιτείας. Ἐκεῖ συνέγραψε τὰ ἐκδοθέντα καὶ ἄλλα ἀνέκδοτα ψυχωφελῆ συγγράμμα­τά του. Ἐκεῖ ὁμοιούμενος μὲ πελεκᾶνα ἐρημικόν, κατὰ τὸν Προφήτην, ἐπανήρχετο πάλιν, ὡς ἀετὸς ὑψιπέτης εἰς τὴν Πατριαρχικὴν του καθέδραν, ἐπίσης ποθεινὸς καὶ γλυκὺς  καθὼς μετὰ τὴν συννε­φίαν ὁ ἥλιος. Ἀλλὰ τὸ τελευταῖον, ἐπὶ τῆς τρίτης Πατριαρχείας του, εἰς τήν ὁποίαν ἦλθε, καθὼς φαίνεται, μόνον καὶ μόνον διὰ νά ἀποθάνῃ ὑπὲρ Χριστοῦ, ἔδειξε πλέον ἐκπεφρασμένως καί τό τρίτον ὄνομα, τὸ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, τὸ ὄνομα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, τὸ ὁποῖον γραφὲν εἰς τὴν καρδίαν του διὰ θλίψεων, ἔμελλε νὰ λαμπρυνθῇ καὶ διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ αὐτοῦ αἵματος, καὶ νὰ κάμῃ τὴν δόξαν του ἀνεξάλειπτον. «Ἡ δόξα αὐτοῦ οὐκ ἐξαλειφθήσεται.».

Πενήντα χρόνια, ἀδελφοί μου, ἀναπαύθηκε στά σπλάχνα τῆς Ὀρθόδοξης Ῥωσικῆς γῆς. Μέχρι τῆς 6ης Ἀπριλίου τοῦ 1871. Ὁπότε Ἑλληνικὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελούμενη ἐξ ἐπιφανῶν προσώπων, μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς Μητροπολίτες Φθιώτιδος Καλλίνικο καὶ Ζακύνθου Νικόλαο, μετέβησαν στήν Ὀδησσό γιά παραλαβή τοῦ ἁγίου Σκηνώματος. Καθώς διεπίστωσαν, ἤδη ἐκεῖ ἐτιμᾶτο ὡς Ἅγιος. Στίς 10 Ἀπριλίου καὶ ὥρα 8 τὸ βράδυ τὸ πλοῖον «Βυζάντιον» ἀπέπλευσε ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ὀδησσοῦ μεταφέρον τὸ πολύτιμον Λείψανον. Ἔφθασε στόν Πειραιᾶ, στίς 14 Ἀπριλίου τὸ βράδυ. Γράφει ἡ Ἀθηνᾶ Κακούρη γιά τὸ γεγονός:

«……..Πέρα στὶς «φλέβες», τὸ θωρηκτὸ “Βασιλεὺς Γεώργιος” σημαιοστόλιστο γιὰ ν΄ ἀπαντήσῃ τὸ “Βυζάντιο”, ἀπὸ ὅπου χρυσοσφορεμένοι μητροπολιτάδες θὰ παραλάμβαναν ψέλνοντας τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Πατριάρχη… Πολὺ γυναικομάνι καὶ πλῆθος ἀνδρῶν ὁλόγυρα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, κάθε ὁμάδα εἶχε διαλέξει μέρος γιὰ νὰ βλέπει καλά… Στὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, καθὼς καὶ στὰ πολεμικὰ τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ Γαλλικά, στὸ Ἐγγλέζικο θωρηκτὸ καὶ τὸ μεγάλο Ρώσικο τὴν ναυαρχίδα τοῦ τσαρικοῦ στόλου, πληρώματα καὶ ἀξιωματικοὶ ὅλοι μὲ μεγάλη στολὴ παραταγμένοι στὸ κατάστρωμα ἀκίνητοι περίμεναν. Στὴν μπούκα τοῦ λιμανιοῦ, ἦταν ἡ ὥρα ἐννέα καὶ μισή, πρόβαλε τὸ «Γεώργιος» καὶ πίσω του τὸ «Βυζάντιον». Ἀμέσως τ’ ἄλλα πλοῖα ὅλα χαιρέτισαν, τὰ πυροβόλα βρόντηξαν, ἀπὸ Ἑλληνικὰ καὶ ξένα ἔπεσαν 21 κανονιές, ὁ μεγάλος χαιρετισμός, βασιλικὲς οἱ τιμὲς γιὰ τὸν Πατριάρχη καὶ μέσα στοὺς ἀπανωτοὺς κανονιοβολισμούς, ὑπερισχύουσες οἱ κωδωνοκρουσίες… Ἀνθρωπομάνι καὶ λουλούδια κύκλωσαν τὸ “Γεώργιος”, στριμώχθηκαν στὶς σκάλες του. Στὸ κεφαλόσκαλο ἔστεκε ὁ πλοίαρχος Μιαούλης λαμπροντυμένος… Οἱ βάρκες δὲν σταμάταγαν νὰ φέρνουν κόσμο κι ἄλλον κόσμο. Ἀπροσδόκητα, ἀνειδοποίητα στίς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα παρουσιάσθηκαν οἱ βασιλεῖς. Ἡ βασίλισσα φοροῦσε πένθιμα μαῦρα. Μπῆκε ταπεινὰ στὴν σκηνὴ καὶ χωρὶς νὰ παραμερίσῃ τὸν σωρὸ τῆς λουλουδένιας προσφορᾶς τῶν ἀνωνύμων, γονάτισε τρεῖς φορές, φίλησε εὐλαβικὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἔμεινε νὰ προσευχηθῇ. Σιγή θρησκευτικὴ βασίλεψε… τί ὄνειρα βυζαντινὰ ὑπερίπταντο, ἀναπτερώνονταν, καθὼς ὁ Γεώργιος ὄρθιος καὶ ἡ Ὄλγα γονατιστὴ ὑποδέχονταν δακρυσμένοι στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα τὸ λείψανο τοῦ Γρηγορίου E΄ πενήντα χρόνια, ἀφοῦ εἶχε πεταχτεῖ στὴ θάλασσα τοῦ Μαρμαρᾶ…»

Τὴν ἑπομένη τὸ πρωΐ 15 Ἀπριλίου, ἡ Λειψανοφόρος ἁμαξοστοιχία ἔφτασε στό σιδηροδρομικό σταθμό τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ ἐν μέσῳ ἐκδηλώσεων καὶ ἐν μέσῳ λαοῦ ὑποδεχόμενον ἐν χαρᾷ τὸν Ποιμενάρχη Του, τὸν θύσαντα τὴν ψυχὴ του ὑπὲρ τῶν προβάτων, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Θεοφίλου Βλαχοπαπαδοπούλου, τοῦ ποτέ Ἀρχιδιακόνου τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε μεταξὺ ἄλλων:

«………Ἐπάνω εἰς ἐκεῖνον τόν λόφον τῶν ἱστορικῶν Καλαβρύτων τῆς περιφανοῦς Ἀχαΐας, ἐπάνω ἐκεῖ εἰς τόν ἱερόν ἐκεῖνον λόφον, ὅπου ἵσταται ἡ ἁγία Μονή τῆς Λαύρας, ἐκεῖ ἐπάνω, θειότατε ἱερομάρτυς, Pατριάρχα Γρηγόριε, ὁ ἀείμνηστος Παλαιῶν Πατρῶν Μητροπολίτης, ὁ συμπολίτης σου, ὁ ποτέ ἱεροδιάκονός σου καί κατόπιν συνάδελφος καί συλλειτουργός σου, πρῶτος ἀνταπεκρίθη εἰς τά εὐγενῆ καί γεναῖα αἰσθήματά Σου. Ἐκεῖ, ἐν τῇ ἁγίᾳ ἐκείνῃ Μονῇ, κατασκευάσας ἐθνικήν σημαίαν ἀπό τό ράσσον του καί τήν φουστανέλλαν τοῦ Ζαΐμη, ἐχάραξεν ἐπ’ αὐτῆς τόν ἅγιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν, καί κρατῶν μέ τήν ἀριστεράν χεῖρα του τά πρακτικά τῆς πρό μικροῦ συγκροτηθείσης μυστικῆς ἐν Αἰγίῳ συνελεύσεως, καί μέ τήν δεξιάν τήν σημαίαν τοῦ Σταυροῦ, ἀναγεγραμμένον ἔχουσαν τό σύνθημα, «Ἑλλάς ἀνάστηθι, ἀνεξαρτησίαν ἀθάνατον ὀμνύομεν ἐπί τῷ ὀνόματί Σου», ὡς ἀπό πυρσοῦ οὐρανοκρύφου, μετά τῶν σύν αὐτῷ περιβλέπτων Ἀχαιῶν καί Ἀρκάδων, κατηλέκτρισεν ἅπασαν τήν ἑλληνικήν φυλήν διά τοῦ θείου κηρύγματός του, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τῆς λαμπάδος τῆς ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος ἀναφθείσης, καί ἀναγγείλατε πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι φωνή αὐτοῦ τοῦ Kυρίου Παντοκράτορος……..».

Στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1921 ἐτελέσθη ἡ ἐπίσημη Ἀκολουθία τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ στόν Καθεδρικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἔκτακτος συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Θεοκλήτου. Ἡ πρᾶξις μεταξὺ ἄλλων ἔγραφε:

«Ἅπας γάρ ὁ ἐν Ἑλλάδι καί ἁπανταχοῦ περιούσιος λαός οἶδε τ’ ἀπό τῆς ἱστορίας καί ἀνομολογεῖ, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ οὐδέποτ΄ ἐπιλαθόμενος, οὐδ’ ἀπό τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ πλανηθείς, οὐδέ τῶν μαρτυρίων αὐτοῦ ἐκλίνας, ἐξεζήτησεν ἐν ὅλη καρδίᾳ τάς ἐντολάς αὐτοῦ καί πιστῶς ἐφύλαξε, περιέκρυψεν ἐν τῇ ψυχῇ τά λόγια αὐτοῦ, καί ἐξήγγειλεν αὐτοῦ τά κρίματα τῆς δικαιοσύνης καί τήν ὁδόν τῆς ἀληθείας αὐτοῦ αἱρετισάμενος καί τήν τρίβον τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ θελήσας ἐλάλει ἐν τοῖς μαρτυρίοις αὐτοῦ ἐναντίον βασιλέων, ὅτε «ἄρχοντες ἐκάθηντο καί κατ’ αὐτοῦ κατελάλουν», ὅτε «σχοινία ἁμαρτωλῶν αὐτῷ περιεπλέκοντο», ὅτε ἀγχόνη αὐτῷ  ἡτοιμάζετο, δι΄ ὅ καί ὡς ἅγιον αὐτόν τιμᾶ τε καί σέβει καί λογίζεται καί ὡς ὑπέρ τοῦ ποιμνίου τήν ψυχήν αὐτοῦ θέμενον, καί μαρτύριον ὑπέρ τῆς πίστεως προελόμενον, μάρτυρά τε αὐτόν οἶδε καί τῇ σεπτῆ χορείᾳ τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων συναριθμεῖ…».

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ἑ΄ ἀνήκει στήν χορεία τῶν μεγάλων Ἐθνο-ιερομαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους μας. Ὅλη του ἡ ζωὴ ὑπῆρξε μία ζωή Σταυρικῆς θυσίας· τὸ ἴδιο καὶ τὸ τέλος Του. Θυσιάστηκε για τὸ ποίμνιό Του καὶ για τὸν λαό Τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἦταν καί Ποιμήν καί Ἐθνάρχης.

Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή τοῦ 1821 εἶχε προορισμό γιά τὸν Πατριάρχη τὴν Μ. Ἑβδομάδα. Καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν Θ. Λειτουργία πού ὁ ἴδιος ἐτέλεσε καὶ μὲ τήν Θεία Κοινωνία ἀκόμη στό στόμα πορεύθηκε τὸν δρόμο τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν Ἀρχιποίμενα Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, για ὅλους ἐμᾶς ὅλη ἡ πορεία τῆς Μ.Τεσσαρακοστῆς ἔχει ὡς προορισμό της τὴν Μ.Ἑβδομάδα, ἡ ὁποία σὲ λίγες ἡμέρες φθάνει. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο οἱ ἀναφορές στό Πάθος τοῦ Κυρίου μας, στόν Σταυρό καὶ τὴν Ἀνάστασή Του εἶναι συνεχεῖς. Μᾶς προετοιμάζει ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πολλοὺς τρόπους γι΄αὐτὴ τή συνάντηση μὲ τὸν παθόντα καὶ ἀναστάντα Κύριο. Ὅλη ἡ πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ προσπάθεια τῆς Σαρακοστῆς δέν θὰ ἔχει κανένα νόημα ἂν δέν μᾶς βοηθήσει νά πραγματοποιήσουμε αὐτὴ τήν συνάντηση μὲ τὸν Κύριο μας.

Δέν μᾶς ζητάει ὁ Κύριος μας τοῦτο τὸν καιρό τὸ μαρτύριο. Θέλει ὅμως ἡ συνάντησή μας αὐτὴ να εἶναι προσωπικὴ ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἐκκλησιαστική. Νά μὴν εἶναι ἀτομική. Πραγματοποιεῖται κατεξοχήν καὶ σὲ τέλειο βαθμό μέσα στήν Ἐκκλησία, μέσα στά μυστήρια της, μέσα ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες της. Γι΄αὐτὸ καὶ ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἡ ἐμπειρία τῆς Μ.Ἑβδομάδος μπορεῖ νά εἶναι λίγο τεχνικὴ καὶ ποιητικὴ ἔκφραση, στοχασμοί, κινηματογραφικό θέαμα, παραδοσιακό ἔθιμο, δέν εἶναι ὅμως αἰώνια συνάντηση μὲ τὸν Κύριο.

Ὅλη αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πού ἀρχίζει ἀπὸ ἀπόψε, οἱ ὕμνοι τοῦ Τριωδίου θὰ μᾶς θυμίζουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς πορεύεται πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀφοῦ πρῶτα περάσει ἀπὸ τὴν Βηθανία γιά νά ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Σὲ αὐτὴ Του τὴν πορεία πρὸς τὸ Πάθος ὁ Κύριός μας ἀπευθύνει σὲ ὅλους μας προσκλητήριο προσωπικῆς συμμετοχῆς. Μᾶς καλεῖ νά συμπορευθοῦμε μαζὶ Του καὶ νά συσταυρώσουμε τὰ πάθη καὶ τὸν ἐγωϊσμό μας. Δίχως αὐτὴ τήν συμπόρευση καὶ συνοδοιπορία, δίχως τὸ σταυρό, δέν μποροῦμε οὔτε Πάσχα νά ἑορτάσουμε οὔτε Ἀνάσταση νά βιώσουμε. Ἂς ἀξιοποιήσουμε, λοιπόν, ἔστω καὶ τώρα, τὴν εὐκαιρία τόσο αὐτῆς τῆς Σαρακοστῆς πού τελειώνει τὴν Παρασκευή, ὅσο καὶ τὴν Μ. Ἑβδομάδα ποὐ ἔρχεται! Στήν προσπάθειά μας αὐτὴ ἔχουμε ὁδηγούς καὶ συμπαραστάτες τοὺς Ἁγίους , ὅπως τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε΄ γιά τόν ὁποῖο μιλήσαμε. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες τους νά ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς σωτήριας συνάντησης μὲ τὸν Κύριό μας. Ἀμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(+)Χριστοδούλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος «Ὁ ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης  Γρηγόριος Ε΄», ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 2004

Μαρία-Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄(1745-1821), Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, Ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2011

Ἀλ. Λυκούργου (1871), Λόγος Πανηγυρικός εἰς τήν 50ετηρίδα τοῦ ἀγῶνος καί τήν ἀνακομιδήν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ «Καί ἔσται ἡ ἡμέρα ὑμῖν αὐτῇ μνημόσυνον καί ἑορτάσετε αὐτήν ἑορτήν Κυρίῳ εἰς πάσας τάς γενεάς ὑμῶν» (Ἐξοδ. ΙΒ΄14)-Ἡ ὁμιλία εὑρίσκεται εἰς τήν ἔκδοσιν: Γ.Βαλσάμης, Οἱ Πατριάρχες τοῦ Γένους, Ἐκκλησιαστική Βιβλιοθήκη Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, σσ. 179-199, Βόλος, 1995

Κωνσταντίνου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, Πρεσβυτέρου καί Οἰκονόμου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου, «Λόγος Ἐπιτάφιος εἰς τόν ἀείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον. Ἐκφωνηθείς ἐν Ὀδησσῷ ἐν τῇ Ρωσσικῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Μεταμορφώσεως τῇ 19 Ιουλίου 1821. Ὁ λόγος εὑρίσκεται στήν Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικῶν Σπουδῶν «Ἀνέμη».

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου, «ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε΄, Ο ΕΘΕΛΟΘΥΤΟΣ ΑΜΝΟΣ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου στό Συνεδριακό Κέντρο τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Πατρῶν στίς 19-3-2011

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε΄, συντεθεῖσα μέν τῷ 1822 ὑπό τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου Κοκκίνη, ἐπιθεωρηθεῖσα δέ καί διασκευασθεῖσα ὑπό τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἀβερκίου Λ. Λαμπίρη τῷ 1871, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Β. ΠΑΣΧΑ, 1921

Η ομιλία με τίτλο –μέρος της οποίας ήταν αφιερωμένη και στον Αγ. Γρηγόριο τον Ε΄- Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν» πραγματοποιήθηκε την 14 Απριλίου του έτους 2019, μετά το πέρας του ΣΤ’ Κατανυκτικού  Εσπερινού  της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον Ιερό Ναό Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Ιωνίας, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ και συμπροσευχομένων εντός του Ιερού Βήματος των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ανέων κ. Μακαρίου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και Φιλαδελφείας κ. Βενεδίκτου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων).

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ Ε΄ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟ-10/4/1961 (ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ)