Οι Ιεροκήρυκες
*Τα κείμενα της ενότητας από την αρχή έως και του Τιτλουαρίου Μητροπολίτου Κορωνείας είναι του νυν Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσοστόμου, ως Αρχιμανδρίτου τότε και Διευθυντού Συντάξεως του περιοδικού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών «ΤΟΛΜΗ» (αριθμός τεύχους 67-Αύγουστος του 2007). Αποτέλεσαν ειδικό ένθετο αφιέρωμα υπό τον τίτλο: «ΟΙ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ»
O άμβωνας του Ιερού Ναού είναι μαρμάρινος και στo εν σχήματι περιστεράς αναλόγιό του αναγράφεται το εξής επίγραμμα: «Εἰς τήν Ὑπέρμαχον τοῦ Ἱεροῦ Νικηφόρου ἀγῶνος μας Στρατηγόν καί Βοηθόν Εὐαγγελίστριαν».
Οφείλουμε ακόμη να υπογραμμίσουμε ότι από του έτους 1938 μεταδίδεται από της Κρατικής Ραδιοφωνίας η Θεία Λειτουργία και το κήρυγμα, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και από την Κρατική Τηλεόραση. Προσφάτως υπάρχει και δορυφορική τηλεοπτική κάλυψη. Από του έτους 1987 μεταδίδεται καί από τον Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τον λαμπρό αυτό πρώτο άμβωνα της χώρας εκλέισαν σπουδαίοι Ιεροκήρυκες, τους οποίους κατά χρονολογική σειρά παρουσιάζουμε κατωτέρω:
Δανιήλ Πετρούλιας Αρχιμανδρίτης
+
Ο πρώτος λόγος, ο οποίος εξεφωνήθη από του Μητροπολιτικού άμβωνα ανήκει στον Ιεροκήρυκα Αρχιμ. Δανιήλ Πετρούλια κατά την τελετή των εγκαινίων του Ναού στις 21-5-1862 και μάλιστα από στήθους, εν μέσω μεγάλου πλήθους.
Δείτε εδώ
Πανάρετος ΔουληγέρηςΑρχιμανδρίτης
+

Ακολούθως κηρύττει στην Μητρόπολη Αθηνών ο εξαίρετος, λόγιος και ενάρετος κληρικός Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Δουληγέρης.
Γεννημένος το 1860 (ή 1864) στην Μελισσόπετρα της Γορτυνίας φοίτησε στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων και σπούδασε στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου το 1879 και το 1892 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης από τον Επίσκοπο Καλαβρύτων Ευθύμιο. Διετέλεσε επί τριετία (1903-1906) Ηγούμενος στην Ιερά Μονή Πεντέλης και Οικονόμος στο Μετόχι της Αναλήψεως, στον Βύρωνα, της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, κηρύττοντας σε πολλούς Ναούς των Αθηνών (κυρίως Αγία Ειρήνη οδού Αιόλου και Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας). Υπήρξε επίσης ηγετικό στέλεχος των θρησκευτικών Συλλόγων «Ἀνάπλασις» καί «Τρεῖς Ἱεράρχαι», στίς αίθουσες των οποίων κήρυττε τακτικώς. Αναφέρεται ότι στο διάστημα από 1888-1914 έκανε πάνω από 3.000 κηρύγματα (βλ. Σοφ. Δημητρακόπουλος, «Ευλαβείς κληρικοί των Αθηνών κατά τον εικοστό αιώνα, Αθήνα 2006, σελ. 3). Εκοιμήθη την 1η Δεκεμβρίου 1944 στο Αίγιο.
Αναφέρουμε τους τίτλους μερικών έργων του: «Μελέται καί ὁμιλίαι», «Ἔλεγχος τῶν Ψευδοευαγγελίων», «Ἐκκλησία καί Πολιτεία μετά μίαν ἑκατονταετίαν», «Ἀνάγκη εἰλικρίνειας καί ἑνώσεως τῶν εὐφρονούντων».
Χρήστος ΠαπαοικονόμουΟικονόμος
+

Στην συνέχεια, τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνος, κηρύττει ο Οικονόμος π. Χρήστος Παπαοικονόμου.
Ο ως άνω εφημέριος του Καθεδρικού Ναού γεννήθηκε στο Λεβίδι το 1853 και μεγάλωσε σε ευλαβή πολύτεκνη Ιερατική οικογένεια. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα˙ μάλιστα διετέλεσε και Σχολάρχης στο Σχολαρχείο του Άργους, όπου και ίδρυσε τον γνωστό Φιλολογικό Σύλ-λογο «Δαναός».
Χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο και από το 1904 έως την κοίμησή του το 1922 υπηρέτησε στην Μητρόπολη Αθηνών. Υπήρξε εγκρατής στο θείο κήρυγμα, με ρητορική ευφράδεια και ικανά θεολογικά ερείσματα στον λόγο του. Πολλές ομιλίες του δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος», το οποίο και αποτελούσε μέχρι την έκδοση του περιοδικού «Εκκλησία» το ημιεπίσημο δημοσιογραφικό όργανο της Εκκλησίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο καθηγητής Ιωάννης Σοκόλμπε στο περιοδικό που εκδιδόταν στην Πετρούπολη της Ρωσίας «Ἐκκλησιαστικός Ἀγγελιαφόρος»: «Ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ Ναῷ τῶν Ἀθηνῶν ἱεροκήρυξ εἶναι ὁ ἱερεύς, διδάκτωρ τῆς Θεολογίας, αἰδεσιμώτατος Χρῆστος Παπαοικονόμου, εὐφραδής καί λόγιος ρήτωρ, ὅστις προξενεῖ εἰς τούς ἀκροατάς του μεγάλην ἐντύπωσιν διά τήν ὁμιλίαν του».
Διονύσιος ΦαραζουλήςΑρχιμανδρίτης
+
Συστηματικότερα και με διορισμένους τακτικούς Ιεροκήρυκες, το θείο κήρυγμα καλλιεργείται στο Καθεδρικό Ναό των Αθηνών από το έτος 1920.
Ειδικότερα ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Γ’ (Μεταξάκης) διόρισε τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Φαραζουλή την 1η Ιανουαρίου 1920 Ιεροκήρυκα του Καθεδρικού Ναού. Ο π. Διονύσιος καταγόταν από ευσεβή και αρχοντική οικογένεια του Αιγίου (γεννήθηκε το 1882) και σπούδασε στην Αθήνα θεολογία. Ανηγορεύθη μάλιστα ,το 1907, διδάκτωρ της θεολογίας με τον βαθμό «Άριστα». Την 17η Μαρτίου 1908 εκάρη Μοναχός στην ιστορική Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και τον Μάιο του ιδίου έτους χειροτονήθηκε Διάκονος στον μικρό Ναό του Νοσοκομείου της πόλεως Αιγίου από τον τότε Επίσκοπο Χαρίτωνα. Τον Δεκέμβριο του 1912, στην ώριμη ηλικία των 31 ετών, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Γεωργίου (Καρύτση) από τον Επίσκοπο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Τιμόθεο. Υπήρξε επίλεκτο μέλος της αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή». Κήρυξε στους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου Καρύτση, Ζωοδόχου Πηγής οδού Ακαδημίας και Χρυσοσπηλαιωτίσσης. Ειδικότερα, στην Μητρόπολη Αθηνών δεν παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα, διότι μόλις μετά ένα μήνα, Κυριακή της Απόκρεω, που συνέπεσε και η εορτή της Υπαπαντής, 2 Φεβρουαρίου 1920, ο π. Διονύσιος κήρυξε για τελευταία φορά. Παρ’ ότι ήταν πολύ αδιάθετος, μίλησε το πρωΐ και στις δύο Θείες Λειτουργίες.
Το απόγευμα με πυρετό κήρυξε πάλι. Διαισθάνθηκε το τέλος του και μίλησε περί της Δευτέρας Παρουσίας. Στο μέσον διέκοψε την τελευταία αυτή ομιλία του με τους λόγους: «Εὔχεσθε λοιπόν πάντες, ὅπως ἔχωμεν τέλη εἰρηνικά καί καλήν ἀπολογίαν». Στις 23 Φεβρουαρίου 1920 εκοιμήθη.
Όπως γράφει ο βιογράφος του, «ἡ φωνή του ἦταν ἐξαιρετικῶς γλυκεῖα. Ἡ ἀπαγγελία του ρέουσα, διαυγής καί ζωντανή. Προικισμένος μέ μνήμην ἐξαιρετικήν, ἠμποροῦσεν εὐχερέστατα νά ἀπομνημονεύῃ τούς λόγους του».
«Δέν ἦτο κήρυγμα ἁπλοῦν ὁ λόγος τοῦ π. Διονυσίου. Ἦτο μᾶλλον μία ἱερά ἀνακοίνωσις, μία μυσταγωγία, ἡ ὁποία ἐχειραγώγει τόν νοῦν τῶν ἀκροατῶν εἰς τό ὕψος τῶν θείων ἀληθειῶν καί ἔθετε αὐτούς εἰς ἐπικοινωνίαν μέ τόν ἴδιον τόν Θεόν. Δέν ηὐχαρίστει μόνον διά τῶν κηρυγμάτων του οὔτε προεκάλει αἰσθήματα παροδικά καί ἐφήμερα. Ὅταν ἐκήρυττε, ἠλέκτριζε, συνήρπαζε, ᾐχμαλώτιζε πρός τόν Χριστόν τάς ψυχάς. Ἤνοιγε μάτια καί αὐτιά κλεισμένα πρός τήν Ἀλήθειαν, ἀφύπνιζε συνειδήσεις, ἐνέπνεε, ἐθέρμαινε, ἐφώτιζε τάς ψυχάς μέ τό ἄπλετον φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Καί ὅλα αὐτά μέ ἁπλότητα καί γλυκύτητα, ἀλλά καί μέ σθένος καί πειστικότητα ἀκαταμάχητον. Ἐπί τοῦ ἄμβωνος ἦτο κύριος τοῦ κηρύγματος καί τῶν ἀκροατῶν του καί ἐνόσῳ ὡμίλει ἐκράτει ἀπερίσπαστον καί ἐντεταμένην τήν προσοχήν ὅλων. Ἀκριβής γνώστης ὄχι μόνον τῶν θείων ἀληθειῶν, ἀλλά καί τῆς συγχρόνου καταστάσεως τῶν σημερινῶν μας κοινωνιῶν, διηύθυνε πολλάκις τά πύρινα βέλη του ἐναντίον τῆς φαυλότητος καί τῆς ἁμαρτίας· καί τότε ὁ λόγος, ὡς ἄλλη χειρουργική μάχαιρα, διήνοιγε κρυμμένας πληγάς, διά τάς ὁποίας ὡς ἄριστος ἰατρός εἶχε πάντοτε πρόχειρα καί ἀποτελεσματικά τά πρός θεραπείαν καί ἐπούλωσιν φάρμακα. Καί ἐκήρυξεν εἰς τόσον κρίσιμον διά τήν Ἑλλάδα ἐποχήν ὁ πατήρ Διονύσιος! Πλεῖστοι ἁμαρτωλοί μέσῳ τῶν κηρυγμάτων του εὗρον τόν δρόμον τῆς σωτηρίας. Πλεῖσται ψυχαί ταλαιπωρημέναι ἤντλησαν ἀπό τά χείλη του τήν παρηγορίαν. Καί ἀναρίθμητοι ἄλλοι εὗρον πλησίον του τήν ἐνίσχυσιν εἰς τόν ἐπίπονον ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς καί ἐστήριξαν τά κλονιζόμενα βήματά των» Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Διονύσιος Φαραζουλῆς (1882-1920), Ἀθῆναι, 2002, σελ. 43 ἑπ.).
Αξιόλογος Ιεροκήρυκας ὁ π. Διονύσιος, γλυκύς και χειμαρρώδης, ευπαίδευτος κληρικός που -όπως εγράφη- «εἶχε γεννηθῆ γιά τόν ἄμβωνα». Ο επιτυχέστερος χαρακτηρισμός για το κήρυγμα του π. Διονυσίου Φαραζουλή είναι εκείνος του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου (Παπαδοπούλου), ότι «ὁ ἱεροκήρυξ Διονύσιος Φαραζουλῆς ὅ,τι ἔλεγεν, ἦτο ὅπερ αὐτός ἐπίστευε καί αὐτός ἔζη… Οἱ ἀκροαταί του δέν ἐχώριζον τά λεγόμενά του ἀπό τῆς προσωπικότητός του… Καί ἔπειθε, διότι ὁ ἴδιος ἦτο πεπεισμένος περί τῶν διδασκομένων».
Σεραφείμ ΠαπακώσταςΑρχιμανδρίτης
+
Μετά τον π. Διονύσιο Φαραζουλή τον άμβωνα του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών διηκόνησε επί τρεις σχεδόν δεκαετίες ο διαπρεπής κληρικός της νεωτέρας εκκλησιαστικής ιστορίας Αρχιμ. Σεραφείμ Παπακώστας. Ο πνευματέμφορος καί πρωτοπόρος αυτός Κληρικός γεννήθηκε στα Φουρνά Ευρυτανίας το 1892, όπου και φοίτησε στο σχολαρχείο και κατόπιν στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Εισήλθε αργότερα στην Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή», όπου και διετέλεσε προϊστάμενος αυτής από του έτους 1927. Χειροτονήθηκε Διάκονος το έτος 1921, και το 1923, εκτιμώντας την όλη προσωπικότητά του, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος (Παπαδόπουλος) τον διόρισε Ιεροκήρυκα του Καθεδρικού Ναού Αθηνών (21-10-1923), παρ’ ότι ήταν ακόμη Διάκονος. Τον επόμενο χρόνο 1924, την ημέρα της Πεντηκοστής, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και του απενεμήθη το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Όπως αναφέρει ο βιογράφος του, «Δέν θά εἴμεθα καθόλου ἔξω τῆς πραγματικότητος, ἐάν ἐλέγομεν ὅτι ό π. Σεραφείμ, ὡς ἱεροκήρυξ, ἀπετέλεσε σταθμόν κατά τούς νεωτέρους χρόνους. Σπανίως ἱεροκήρυξ συνεκέντρωνε καί συνήρπαζε καί οἰκοδομοῦσε διά τῶν ρημάτων τῆς Ἀληθείας τόσα πλήθη λαοῦ, ὅσα αυτός. Ὁ ἱερός ναός τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν καί τά προπύλαιά του ἐγέμιζαν ἀπό ἀσφυκτικῶς συνωστιζόμενα πλήθη. Ὁ ὁμιλητής εὑρίσκετο εἰς τήν ἀνάγκην νά παρακαλῇ τούς Χριστιανούς νά προχωροῦν καί νά συμπυκνώνωνται εἰς τά ἐνδότερα τοῦ ναοῦ. Οἱ ἐπίτροποι καί ἄλλοι ἐντεταλμένοι μέσα εἰς τά πλήθη παρεκάλουν ἡσύχως τούς ἐκκλησιαζομένους νά προχωροῦν, ὅσον τό δυνατόν περισσότερον. Ὁ νόμος τοῦ ἀδιαχωρήτου εἶχε σχεδόν καταλυθῆ καί δι’ ἐξοικονόμησιν χώρου, εἰς ἰδιαιτέρας συγκεντρώσεις παλαιῶν ἀκροατῶν, καλλιεργημένων ὁπωσδήποτε Χριστιανῶν, παρεκάλει αὐτούς νά μή προσέρχωνται κατά τήν ὥραν τοῦ κηρύγματος εἰς τόν ἱερόν ναόν τῆς Μητροπόλεως, ὥστε νά ἀφήνουν χῶρον διά τούς ἄλλους. Μετά τό πέρας τοῦ κηρύγματος ἐξεχύνοντο τόσον πυκνά πλήθη εἰς τήν πλατεῖαν καί τήν ὁδόν Μητροπόλεως, ὥστε νά σταματᾶ ἡ κυκλοφορία τῶν τροχοφόρων…». Καί συνεχίζει: «Τά κηρύγματά του ἦσαν κατ’ ἐξοχήν Χριστοκεντρικά, ἁγιογραφικά καί πατερικά. Δι’ αὐτῶν προεβάλλετο ὁ Χριστός καί τό θέλημά Του, καί κατεβάλλετο προσπάθεια νά ἑλκυσθοῦν καί ὁδηγηθοῦν οἱ πιστοί εἰς τήν συνειδητήν κατά Χριστόν ζωήν»… Προικισμένος δέ καί μέ ὄχι μικράν λογοτεχνικήν ἱκανότητα, εἶχε τήν δύναμιν νά καλλύνη τόν λόγον καί νά τόν παρουσιάζῃ ζωηρόν καί ἑλκυστικόν. Ἡ γλῶσσα πού ἐχρησιμοποίει, ἦτο ἡ ἁπλῆ καθαρεύουσα, ἡ ἀπηλλαγμένη ἀπό γλωσσικάς ἀκρότητας, ἐξ ἴσου καταληπτή καί εὐχάριστος εἰς μορφωμένους καί ἀμόρφωτους… Ἐξ ἄλλου ἡ ὅλη ἐμφάνισίς του ἦτο σεμνή καί ἱεροπρεπής, ἁπλῆ καί ἐπιβλητική, σοβαρά καί ἑλκυστική». (Ἰω. Κολιτσάρας, Σεραφείμ Παπακώστας (1892-1954), Ἀθῆναι 1979, σελ. 271 ἑπ.).
Όταν το έτος 1954 ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Θέμελης), ως Αρχιγραμματεύς τότε της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξεφώνησε τον επικήδειο για τον π. Σεραφείμ λόγο, είπε μεταξύ των άλλων και τα εξής: «…Ὡς ἱεροκήρυξ τοῦ πρώτου ναοῦ τῆς χώρας ἡμῶν, ἐδαπάνησεν ἑαυτόν εἰς τήν ὑψηλήν τοῦ θείου λόγου διακονίαν διδάσκων ἀπό τοῦ ἱεροῦ τούτου ἄμβωνος μετά ζεούσης πίστεως, μετά ἀμιγοῦς φρονήματος, μετά πειθοῦς δυνάμεως Πνεύματος Ἁγίου, μετά ἀγάπης καί στοργῆς πατρικῆς πρός τόν λαόν τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ὡς διψῶσα ἔλαφος ἔτρεχε συνωστιζόμενος ἐπί τάς πηγάς τῶν κηρυγματικῶν αὐτοῦ ὑδάτων, ἵνα ποτισθῇ μέ τά θεῖα νάματα, ἵνα χειραγωγηθῆ καί ἐπιστραφῇ εἰς τόν Χριστόν καί ἵνα μείνῃ πιστός πρός Αὐτόν ἄχρι θανάτου. Ἀφῆκεν ὄντως ἐποχήν ὁ ἀοίδιμος οὗτος ἱεροκήρυξ εἰς τά χρονικά τῆς ἐσωτερικῆς ἱεραποστολῆς, βαρεῖαν δέ καί ἱεράν κληρονομίαν εἰς τό ἱερόν τοῦτο βῆμα, τοῦ ὁποίου ὑπεράξιος ἀνεδείχθη…» (ό.π. σ. 245). Τα κυριότερα συγγράμματά του είναι οι τρείς τόμοι: «Αἱ παραβολαί τοῦ Κυρίου», «Ἡ ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία», «Τά θαύματα τοῦ Κυρίου», και τα έργα: «Τό βάπτισμα», «Ἡ μετάνοια» κ.ά. Δικαίως θεωρείται ως ο πλέον δόκιμος Ιεροκήρυξ του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών. Το Νοέμβριο του έτους 1948 ο π. Σεραφείμ ασθένησε, αλλά συνέχισε να κηρύττει μέχρι και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1949, οπότε ανέλαβε το θείο κήρυγμα στην Μητρόπολη Αθηνών ο Αρχιμ. Πέτρος Χριστοδουλιάς, ανεψιός του π. Σεραφείμ.
Πέτρος ΧριστοδουλιάςΑρχιμανδρίτης
+
Γεννημένος το 1911 στα Φουρνά Ευρυτανίας σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα και από πολύ νωρίς διακρίθηκε για τα διανοητικά του προσόντα, την ευγένεια του χαρακτήρα, το ήθος και το αγωνιστικό του φρόνημα. Υπήρξε και αυτός μέλος της αδελφότητος θεολόγων « ΗΖωή» και το κηρυγματικό τάλαντο το αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο. Εργάσθηκε μάλιστα επί σειρά ετών και στην μαρτυρική Κύπρο. Στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών παρέμεινε μέχρι το έτος 1953. Το κήρυγμά του χαρακτηρίσθηκε «Χριστοκεντρικό καί προσγειωμένο στά σύγχρονα προβλήματα». Εκοιμήθη στην Αθήνα το 1996.
Χριστοφόρος ΠαπουτσόπουλοςΑρχιμανδρίτης
+

Το έτος 1953, κατόπιν εντολής του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνος, Ιεροκήρυξ της Μητροπόλεως καθίσταται ο Αρχιμ. Χριστοφόρος Παπουτσόπουλος, ένας λαμπρός κληρικός, ο οποίος, όπως γράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάγγελος Θεοδώρου, διεκρίθη και «ὡς ποιμήν συνδυάζων ἀριστοκρατικόν ἦθος, ἁπλότητα, αὐστηρότητα, πνεῦμα οἰκονομίας καί γλυκύτητα» (περ. Εκκλησία, ΝΒ΄, τεύχ. 17-18, σελ. 291 εξ.).
Ο π. Χριστόφορος γεννήθηκε το 1902 στο Μεσολόγγι και σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη το 1930, χειροτονήθηκε Διάκονος το ίδιο έτος υπό του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (Παπαδοπούλου) και Πρεσβύτερος το 1933 υπό του ιδίου Αρχιερέως. Υπήρξε μέλος των αδελφοτήτων «Ζωή» και «Σωτήρ». Ανεδείχθη άριστος χειριστής του συγγραφικού καλάμου και άφησε σπουδαιότατα συγγράμματα, τα οποία και κυκλοφόρησαν σε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Oι έξι τόμοι Κυριακοδρομίων αποδεικνύουν την βαθύτατη αγάπη του στα βιβλικά κείμενα και την δεινότητα του κηρυγματικού του λόγου. Για τον Ιεροκήρυκα π. Χριστοφόρο Παπουτσόπουλο γράφει λίαν χαρακτηριστικά ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Π. Μπρατσιώτης: «Ποῖος δέν ἐνθυμεῖται τήν δονουμένην, ἀλλά καί δονοῦσαν γλυκεῖαν τοῦ ἱεροκήρυκος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν, π. Χριστοφόρου, φωνήν, τήν καθηλώνουσαν καί αὐτούς ἔτι τούς ἀδιαφόρους, καταθέλγουσαν δέ καί συναγείρουσαν τούς πιστούς; Ἐντύπωσιν βαθεῖαν πάλιν ἐνεποίει εἰς τούς ἀκροατάς του ἡ ἀρίστη θεολογική συγκρότησις, ἥτις ἦτο ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τεθεμελιωμένη. Ὑπῆρξεν ἐκ τῶν ἐλαχίστων, οἵτινες μετά τοσαύτης εὐχερείας ἀπό μνήμης ἐχρησιμοποίει εἰς τά κηρύγματά του τά ἁγιογραφικά χωρία καί δή καί ὄχι μόνον ἐκ τῆς Κ.Δ., ἀλλ’ ἀφειδῶς μάλιστα ἐκ τῆς εἰς τούς πολλούς ἀγνώστου Π. Διαθήκης» (Νικ. Π. Μπρατσιώτου, Χριστόφορος Ν. Παπουτσόπουλος, Ἀθῆναι 1976, σ. 12). Ο π. Χριστόφορος μετέστη εις Κύριον το 1975. Μετά τη συνταξιοδότησή του, το 1969, ο π. Χριστόφορος συνέχισε ο ίδιος επί ένα μικρό χρονικό διάστημα το θείο κήρυγμα στην Μητρόπολη Αθηνών και έπειτα μεσολάβησε ένα κενό, όπου μιλούσαν διάφοροι ομιλητές, και την Κυριακή μετά τα Φώτα του έτους 1971, επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, ανέλαβε το κήρυγμα ο Αρχιμ. Νικόδημος Γιαννακόπουλος.
Νικόδημος ΓιαννακόπουλοςΑρχιμανδρίτης
+
Ο π. Νικόδημος γεννήθηκε το 1935 στο Ίσιωμα Καρυών Μεγαλοπόλεως και σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Το 1966 χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του αειμνήστου Μητροπολίτου Γυθείου Σωτηρίου και το ίδιο έτος υπό του ιδίου Ιεράρχου Πρεσβύτερος. Παρέμεινε ως Ιεροκήρυξ του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών μέχρι τον Ιανουάριο του 1974 και έκτοτε διακονεί μέχρι σήμερα στην Ιερά Μητρόπολη Καρυστίας και Σκύρου, εκ παραλλήλου δε ως πνευματικός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Κύμης.
Παντελεήμων Καθρεπτίδης Αρχιμανδρίτης
+
Το έτος 1974 αναλαμβάνει υπηρεσία στον άμβωνα του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών ο τότε Αρχιμ. Παντελεήμων Καθρεπτίδης και νυν Τιτουλάριος Μητροπολίτης Κορωνείας. Λάμπρυνε τον πρώτο άμβωνα της χώρας επί 29 συναπτά έτη, μέχρι της εκλογής του εις Επίσκοπον. Ο Θεοφιλέστατος γεννήθηκε το 1937 στην Νίκαια Πειραιώς και σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1962 και Πρεσβύτερος το επόμενο έτος. Από του έτους 1962 έως το 1967 διετέλεσε Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών.Την διετία 1967-1969 πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Γερμανία και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίσθηκε Διευθυντής της Θρησκευτικής Υπηρεσίας του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (1970-1974). Η χειροτονία του εις Επίσκοπον Κορωνείας τελέσθηκε υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου στις 14 Ιανουαρίου 2003.
Χρήστος Παπαθανασίουνυν Μητροπολίτης Μάνης
+
Την Κυριακή των Βαΐων, 20 Απριλίου του έτους 2003, ανέλαβε το διακόνημα του θείου κηρύγματος στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών ο νυν Μητροπολίτης Μάνης κ. Χρυσόστομος (κατά κόσμον Χρήστος Παπαθανασίου), ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 1950. Φοίτησε στην Νομική Σχολή και ακολούθως στην Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ μετεκπαιδεύθηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Είναι Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ και Διδάκτωρ Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου. Χειροτονήθηκε Διάκονος στις 20 Φεβρουαρίου 2000 και Πρεσβύτερος στις 28 Μαΐου 2000 υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, λαμβάνοντας το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. Έκτοτε, έως της εκλογής του σε Μητροπολίτη, υπηρέτησε ως Τακτικός Ιεροκήρυκας του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αθηνών και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών γενικότερα. Παράλληλα, από της εις Πρεβύτερον χειροτονίας του έως της εκλογής του, ήταν Ιερατικός Υπεύθυνος των Αρσακείων Σχολείων του Ψυχικού. Από τις 21 Μαΐου 2010, με απόφαση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β΄ ανέλαβε Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Γραφείου του στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, θέση την οποία διατήρησε έως της εκλογής του σε Μητροπολίτη.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2018 εξελέγη Μητροπολίτης Μάνης από την Ιεραρχία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος στις 10 Φεβρουαρίου 2018 στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο Β´, συλλειτουργούντων Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ενθρονίσθηκε στην πόλη του Γυθείου στις 28 Μαρτίου 2018, στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, μεγάλου αριθμού Μητροπολιτών και Επισκόπων, Τοπικών Αρχών, κλήρου και λαού. Έχει συγγράψει σημαντικό αριθμό βιβλίων και μελετών, ενώ έχει λάβει μέρος σε μεγάλο αριθμό Συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
(Τα κείμενα της ενότητας από την αρχή έως και του Τιτλουαρίου Μητροπολίτου Κορωνείας είναι του νυν Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσοστόμου, ως Αρχιμανδρίτου τότε και Διευθυντού Συντάξεως του περιοδικού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών «ΤΟΛΜΗ» (αριθμός τεύχους 67-Αύγουστος του 2007). Αποτέλεσαν ειδικό ένθετο αφιέρωμα υπό τον τίτλο: «ΟΙ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ»
Χρυσόστομος ΚουλουριώτηςΠανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης
+
Μετά την εκλογή εις Επίσκοπον του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Ιεροκήρυκας στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αθηνών τοποθετήθηκε ο Πανοσιολ. Αρχιμ. Χρυσόστομος Κουλουριώτης.
Ο Αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος, γεννήθηκε και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στα Μέγαρα. Ακολούθως φοίτησε στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος “master” στην Πατερική Θεολογία και υποψήφιος διδάκτορας του ιδίου Πανεπιστημίου. Η κουρά του έγινε το 1984 από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Μεγάρων και Σαλαμίνος Κυρό Βαρθολομαίο. Τον ίδιο χρόνο χειροτονήθηκε Διάκονος και διορίσθηκε Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως, θέση την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Το 1986 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και είναι Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων και διάδοχος του πρώτου ηγουμένου της, Οσίου Γέροντος Δαμασκηνού Κατρακούλη.
Νεκτάριος ΚαρσιώτηςΑρχιμανδρίτης
+
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 2021 διορίζεται Τακτικός Ιεροκήρυξ του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αθηνών ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Καρσιώτης, ο οποίος γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1968. Σπούδασε Θεολογία και Φιλολογία. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Βυζαντινή Φιλολογία, ενώ τυγχάνει Διδάκτωρ Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Πεντέλης το έτος 1988˙ το 1989 χειροτονείται Διάκονος και το 1992 Πρεσβύτερος. Από του έτους 1999 υπηρετεί ως Ηγουμενοσύμβουλος της Ιεράς Μονής. Το έτος 2019 διορίσθηκε Γραμματεύς Κωδικογράφος-Κειμενογράφος της Ιεράς Συνόδου. Ως Διάκονος υπηρέτησε στις ενορίες Αγίου Ελευθερίου Άρεως και Αγίου Δημητρίου Αμπελοκήπων. Ως Πρεσβύτερος στις ενορίες Αγίας Παρασκευής Νέας Πεντέλης, Αγίας Σκέπης Παπάγου και στα Μετόχια της Ιεράς Μονής της μετανοίας του.