Ιερά Λείψανα

Στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών θησαυρίζονται τα ιερά λείψανα δύο μεγάλων μορφών της εκκλησίας μας. Της Αγίας Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας και του Ιερομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου, του ηρωϊκού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ε΄ .  Η Αγία Φιλοθέη, γόνος της αθηναϊκής οικογενείας των Μπενιζέλων, το αρχοντικό της οποίας σήμερα αποτελεί μουσείο και βρίσκεται στην οδό Αδριανού 96, μαρτύρησε το έτος 1589. Από τις αρχές του αιώνος φυλάσσονταν στο Ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού Ναού τα ιερά λείψανά της εντός ξύλινης θήκης, όπως τα είχαν προσφέρει οι τελευταίοι απόγονοι της οικογενείας της. Την δεκαετία του 1950 κατασκευάσθηκε μαρμάρινο προσκυνητάρι εντός του οποίου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη εκείνη, για προσκύνηση στο δημιουργηθέν παρεκκλήσιο της κρύπτης του Μητροπολιτικού Ναού. Το έτος 1986 κατεσκευάσθηκε αργυρή λειψανοθήκη και τοποθετήθηκαν τα λείψανα της Αγίας Φιλοθέης σε ειδικό  διαμορφωμένο σημείο στο δεξιό κλίτος του Ναού, όπου ευρίσκονται μέχρι σήμερα σε προσκύνηση των ευλαβών χριστιανών. Πρόσφατα, η εν λόγω λειψανοθήκη (2004) αντικαταστάθηκε από αργυρή επιχρυσωμένη λάρνακα. Η καινούργια λάρνακα της Αγίας κατασκευάστηκε επί Προεδρίας Πρωτοπρεσβυτέρου Θωμά Συνοδινού-τότε Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προϊσταμένου του Καθεδρικού Ναού-κατόπιν δωρεάς της ευεργέτιδος, αειμνήστου Αναστασίας Γ. Βράκα.

Dsc 0061

Στο αντίστοιχο σημείο του αριστερού κλίτους βρίσκεται η μαρμάρινη λάρνακα του εθνομάρτυρος Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου του Ε΄ , έργο του Τηνίου μαρμαρογλύπτου Φυτάλη σε σχέδιο του Λ. Καυτατζόγλου. Το ιερό σκήνωμα του Πατριάρχου φυλάσσονταν στην Οδησσό της Ρωσσίας μέχρι του έτους 1871, οπότε με εισήγηση του Μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου και επ΄ ευκαιρία της πεντηκονταετηρίδος της εθνικής παλλιγγενεσίας μεταφέρθηκε  στην Αθήνα.

Να πώς ο τύπος της εποχής ανήγγειλε στον Αθηναϊκό λαό την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Πατριάρχου την 25ην Απριλίου 1871.

«Κατέπλευσεν εἰς Πειραιᾶ τὸ κομίζον τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου ἀτμοκίνητον. Ἡ ἄφιξίς του ἦτο μεγαλοπρεπὴς καὶ κατανυκτική. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησσιαστικῶν καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐξῆλθον καὶ προϋπήντησαν περὶ τὴν Αἴγιναν τὸ «ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ», ἀφ’  οὗ μετέφεραν τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου εἰς τὸν «ΓΕΩΡΓΙΟΝ» καὶ ἠσπάσθησαν πανευλαβῶς τὸ ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ ἱερὸν τοῦ πατριάρχου ἐπιτραχήλιον.

Σημαιοστόλιστος καὶ ἀγέρωχος ὁ «ΓΕΩΡΓΙΟΣ», διότι ἔφερε πολύτιμον διὰ τὸν ἑλληνισμὸν κειμήλιον, εἰσῆλθεν εἰς τοῦ Πειραιῶς τὸν λιμένα. Ὅλα τὰ παρευρεθέντα πλοῖα, πολεμικὰ καὶ ἐμπορικά, ὕψωσαν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ κατεστολίσθησαν, ὡς σημεῖον χαρᾶς. Τὰ ἑλληνικά, τὰ ῥωσσικὰ καὶ τὰ γαλλικὰ πολεμικὰ ἐκανονιοβόλησαν καὶ προσέφεραν τιμὰς βασιλικὰς πρὸς τὸ σῶμα τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου. Τὸ ἀγγλικὸν ὕψωσε μίαν ταπεινὴν καὶ πενιχρὰν ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ τίποτε ἄλλο. Ἡ ἔλλειψις αὕτη πολυτρόπως ἐξηγήθη καὶ ἐσχολιάσθη, ἀφ’ οὗ τῶν ἄλλων ἐθνῶν τὰ πλοῖα ἔπραξαν ὅπως ἔπρεπε.

Τὸ «ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ» ἀνεχώρησεν ἐξ Ὀδησσοῦ τὴν μεσημβρίαν τοῦ Σαββάτου, διῆλθεν τὸν Βόσπορον χωρὶς νά σταματήση, διότι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐφοβοῦντο διαδηλώσεις τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἀφίχθη εἰς Πειραιᾶ λίαν πρωΐ χθές, ἀφ’  οὗ ἔμεινεν ὥρας τινὰς ἐν Ἑλλησπόντῳ.

Ἡ ἐν Ὀδησσῷ τελετή τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου ἦτο αὐτοκρατορική, διότι τοιαύτην διέταξεν ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας. Τὸ Σῶμα τοῦ πατριάρχου ἀνεκομίσθη ἀπὸ τοῦ τάφου τῆς ἐν τῷ Ναῷ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἑλληνικῆς ἐκκλησίας καὶ μετηνέχθη εἰς τὸν Ναὸν τῆς Μητροπόλεως. Οἱ Ῥῶσσοι, τιμῶντες τὸν Γρηγόριον ὡς ἅγιον, διὰ τὸν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἑκούσιον θάνατον,  ἥρπασαν τὰ χώματα τὰ ἀνορυχθέντα ἐκ τοῦ τάφου, τὰ δὲ ξύλα ἐφθαρμένα τινὸς κιβωτίου, ἐν ᾧ τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου, διηρπάγησαν ὑπὸ τῶν Ῥώσσων καὶ διενεμήθησαν κατὰ τεμάχια πρὸς ἀλλήλους, ἱερὰ ταῦτα νομίζοντες καὶ ἄξια τιμῆς οὐ τῆς τυχούσης. Ἡ κιβωτός, ἔνθα ὁ πατριάρχης, εὑρέθη σώα, τὸ δὲ ἱερὸν σῶμα τοῦ ἀοιδίμου Γρηγορίου ὡς εἶχε κατατεθῇ πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν!  Μικρὸν ἀποκαλύψαντες τὸ σκέπασμα εἶδον τὴν κεφαλὴν τοῦ παναγιωτάτου, τὴν ἱερὰν ἐνδυμασίαν του, τὸ ἐπὶ τῶν χειρῶν του Εὐαγγέλιον καὶ ὅλον τὸν πατριαρχικὸν στολισμόν, δι’  οὗ ἐνέδυσεν αὐτὸν ἡ εὐσεβὴς τῆς Ῥωσσίας φιλοτιμία. Ὡς ἀστραπὴ διεδόθη καθ’  ἅπασαν τὴν Ὀδησσὸν ὅτι τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου εὑρέθη σῶον καὶ ἀκέραιον, τοῦτο δὲ ἤρκησεν εἰς τὸ νά αὐξήσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν παναοίδιμον ἐκεῖνον ἄνδρα. Οἱ ἐν Ὀδησσῷ φιλοπάτριδες καὶ εὐσεβεῖς ὁμογενεῖς κατεσκεύασαν πολύτιμον καὶ λαμπρὰν θήκην, ἔνθα ἔθηκαν τὴν περιέχουσαν τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου κιβωτόν, ὁ δὲ πανιερώτατος καὶ εὐσεβὴς μητροπολίτης Ὀδησσοῦ προσήνεγκεν ὡραῖον καὶ βαρύτιμον ἐπιτραχήλιον, ὅπερ ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς θήκης καὶ ἀσπάζονται οἱ προσερχόμενοι εὐσεβεῖς χριστιανοί.

Μετὰ τὴν μεσημβρίαν τῆς χθὲς κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ βασίλισσα, πρὸ αὐτῶν δὲ καὶ οἱ ὑπουργοί, οἵτινες ἐπεσκέφθησαν καὶ προσεκύνησαν τὸ σῶμα τοῦ πατριάρχου, ἀσπασθέντες εὐλαβῶς τὸ ἱερὸν ἐπιτραχήλιον» (Ἐφημερὶς Παλιγγενεσία, 1871).

20151007153509 00011

Το ιερό  σκήνωμα μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στην Αθήνα, όπου με βασιλικές τιμές έγινε η υποδοχή του και ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος τον προσεφώνησε με αυτά τα συγκινητικά λόγια :            

«Χαῖρε λοιπὸν ἔνδοξε Οἰκουμενικὲ Πατριάρχα Γρηγόριε, διότι εὑρίσκεσαι ἤδη εἰς τὴν πατρῴαν γῆν, εἰς τὴν χώραν ταύτην, ὅπου πρῶτον ἐδίδαξεν τὸν χριστιανισμὸν ὁ μακάριος ἀπόστολος, ὁ θεῖος Παῦλος. Χαῖρε, διότι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν γῆν τοῦ Κέκροπος καὶ τοῦ Περικλέους, εἰς τὴν χώραν τῶν φώτων καὶ τοῦ ἐξευγενισμοῦ, εἰς τὴν γῆν τῶν ἡρῴων καὶ τῶν ἡμιθέων. Χαῖρε, μεγάλε ἄνερ καὶ πρόμαχε τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Χαῖρε, ἱερομάρτυς Πατριάρχα, διότι ἡ πρώτη ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν λειψάνων Σου γίνεται ἐπὶ ἐλευθέρας χώρας…., χαῖρε, διότι παρίστανται ἤδη περὶ τὸ σκῆνός Σου τὰ ἐναπολειφθέντα λείψανα τοῦ ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγῶνος, ὅν πρῶτος ἔβαψες διὰ τοῦ ἰδίου αἵματός Σου καταβεβλημένα ὑπὸ τοῦ γήρατος καὶ τῶν κακουχιῶν τῆς πανηγυριζομένης σήμερον πεντηκονταετηρίδος αὐτοῦ». (Πολυγραφημένον ἔντυπον, σῳζόμενον εἰς τὸ Ἀρχεῖον Ἐντύπων τῆς Ι.Ε.Ε.Ε.).

Dsc 0068

Στις 8 Απριλίου 1921, επί τη εκατονταετηρίδι της Επαναστάσεως του 1821 έγινε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών η τελετή της επισήμου αγιοκατατάξεως του «ἀγχόνῃ μαρτυρήσαντος» Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε΄ , ως αγίου Ιερομάρτυρος. Αυτής προεξήρχε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος μετά του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου και της Ιεράς Συνόδου. Παρίσταντο η Βασιλική Οικογένεια και όλες οι αρχές. Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Διονύσιος ανέγνωσε από του άμβωνος την πράξη αγιοκατατάξεως και ακολούθως εψάλη για πρώτη φορά το απολυτίκιο του αγίου Γρηγορίου του Ε΄. Ακολούθως ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας εκφώνησε τον πανηγυρικό. Ο χρονογράφος του «Ιερού Συνδέσμου» της εποχής (1921) αναφέρει : «Ἡ ἱστορική τελετή ἐπερατώθη ὑπό τά σιγηλά δάκρυα καί τήν μνημειωδεστέραν μυσταγωγίαν τῶν παρευρεθέντων κατ’ αὐτήν».