Οι Εφημέριοι του Μητροπολικού Ναού Αθηνών Περιόδου 1862 – 1942
του Πρωτοπρεσβυτέρου Ηλία Δροσινού, Προϊσταμένου Ι.Ναού Ζωοδόχου Πηγής οδού Ακαδημίας, από το βιβλίο του:
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΟΙ ΤΟΥ 1862-1942
Οι ιερείς είχαν και έχουν το βαρύ προνόμιο να διακονούν την Εκκλησία του Χριστού σε εποχές ευημερίας αλλά και κρίσεων. Η ενδεικτική παράθεση ορισμένων σημαντικών μορφών εκ των διατελεσάντων ιερέων του Καθεδρικού Ναού δείχνει το πόσο υπεύθυνο και επίπονο έργο είχαν επωμισθεί οι ίδιοι σε εποχές δύσκολες προσφέροντας όμως τόσα πολλά για τον Ναό, τους πιστούς, την ενορία αλλά και την πατρίδα μας. Γνώμονάς τους ήταν το υψηλό αίσθημα ευθύνης, «ἀράμενοι τόν ζυγόν τοῦ Χριστοῦ» επ΄ ώμων, υπέρ του Χριστού και του Χριστεπωνύμου πληρώματος.
Σωκράτης ΚολιάτσοςΠρωτοπρεσβύτερος
+
Ο Σωκράτης Κολιάτσος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1834 και υπήρξε εκ των πρώτων εφημερίων της Μητροπόλεως Αθηνών. Ήταν γόνος της παλαιάς αθηναϊκής οικογενείας Κολιάτσου, της οποίας το όνομα φέρει κεντρική πλατεία στα Πατήσια, υιός του Ισιδώρου Κολιάτσου, εφημερίου του Ι.Ν. Παναγίας Ρόμβης. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1860 και πρεσβύτερος το 1861 στην Πάτρα, από τον Μητροπολίτη Πατρών και Ηλείας Μισαήλ Αποστολίδη, ο οποίος, όταν εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών, τοποθέτησε αυτόν, μέχρι των εγκαινίων της Μητροπόλεως, στον Ναό Παναγίας Ρόμβης. Στον καθεδρικό Ναό δεν παρέμεινε για μακρύ χρονικό διάστημα.

Σωκράτης Κολιάτσος
Ο Σωκράτης Κολιάτσος είχε την ατυχία, σε σύντομο διάστημα μετά την τοποθέτησή, του να χάσει τον γέροντά του Μητροπολίτη Αθηνών Μισαήλ, την πρεσβυτέρα του και τα δύο τέκνα του. Τον θάνατο της συζύγου του αναγγέλει ο Τύπος της εποχής, ενώ στην σκληρή δοκιμασία του ο νέος Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος τον χειροθετεί Αρχιμανδρίτη και τον τοποθετεί, τον Μάρτιο του 1863, διευθυντή της Ριζαρείου Σχολής. «Καί ἰδού ἐγώ», έλεγε την ημέρα της αναλήψεως της διευθύνσεως αυτής, «ὁ πρό τινών ὀλίγων ἐνιαυτῶν ὡς μαθητής ἐν τούτοις τοῖς βάθροις καθήμενος, ἀναδείκνυμαι τῶν ἤδη ἐν αὐτοῖς καθημένων ὁδηγός καί πατήρ καί ἀλείπτης…» (Βασ. Ἀτέση, Ἐπίτομος Ἐπισκοπική Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, τ. Α΄ ἐν Ἀθήναις, 1948, σ. 163). Την σχολή διηύθυνε επί ολόκληρη δεκαοκταετία, εργάσθηκε δε μετ’ αυταπαρνήσεως προς μόρφωση του κλήρου της Ελλάδος, μεριμνώντας προ παντός για την ηθική του συγκρότηση. Αλλά και ως Αρχιερέας δεν υπελείφθη. Εκλεγείς Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου εργάσθηκε μετά ζήλου πολλού αγαθοεργών τους πάντες. Τα κηρύγματά του σαγήνευαν τους ακροατές του. Όλη την περιουσία του δαπάνησε σε αγαθοεργούς σκοπούς. Ήταν πολύ προσεκτικός στο ζήτημα της χειροτονίας των εφημερίων και γενικώς διήλθε τον βίο του εργαζόμενος προς δόξα της Εκκλησίας του Χριστού, την οποίαν τόσο αγάπησε. Απεβίωσε την 15η Φεβρουαρίου 1899 και τον διεδέχθηκε ο διάκονός του στον Μητροπολιτικό Ναό, επίσης λόγιος κληρικός, Βαρθολομαίος Γεωργιάδης.
Παναγιώτης ΣωτηρόπουλοςΟικονόμος
+
Μεταξύ των πρώτων τακτικών εφημερίων του Καθεδρικού Ναού συγκαταλέγεται και ο Οικονόμος Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο οποίος πριν ήταν εφημέριος των Ι.Ν. Γεννήσεως του Κυρίου-Χριστοκοπίδου και Παναγίας Ρόμβης.
Από της ημέρας των εγκαινίων μέχρι και του θανάτου του ,τον Ιούνιο 1911, υπηρέτησε συνεχώς ως εφημέριος του Ναού, με συνεφημερίους του τον Σωκράτη Κολιάτσο, τον Κωνσταντίνο Πήνη, διατελέσαντα εφημέριο της Αγίας Ειρήνης μέχρι του 1863 οπότε μετετέθη στο Ναό της Γεννήσεως επί της Χριστοκοπίδου, τον Οικονόμο Δημήτριο Κωνσταντινίδη, και περί τα τέλη του 19ου αι. τον από του έτους 1874-1901, Αρχιμανδρίτη Παρθένιο Δημητρόπουλο, μετέπειτα Μητροπολίτη Γυθείου 1901, και από του έτους 1897 τον Πανάρετο Δουληγέρη, γνωστό ιεροκήρυκα, από δε του έτους 1902 τους Παναγιώτη Στελλάκη και Χρήστο Παπαοικονόμου.
Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος παρέστη σε μεγάλα θρησκευτικά γεγονότα, όπως στην άφιξη του σεπτού σκηνώματος του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ το 1871, αλλά και σε εθνικά, όπως στην υποδοχή του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ το 1863, στην βάπτιση του Διαδόχου Κωνσταντίνου το 1869 και στους γάμους αυτού μετά της Πριγκηπίσσης Σοφίας την 10 Οκτωβρίου 1889, στα περίφημα Ευαγγελικά κ.ά.
Κατά το έτος 1893 διευθυντής της χορωδίας του Μητροπολιτικού Ναού ήταν και ο Ιωάννης Σακελλαρίδης, για τον οποίον χάριν της ιστορίας αναφέρομε ότι λάμβανε μισθό δραχμών 460 έναντι μισθού ιερέως δραχμών 50. Βεβαίως με το ποσό αυτό μισθοδοτούνταν δεκατέσσερα άτομα (άνδρες και παιδιά).
Ψάλτες διετέλεσαν την εποχή εκείνη οι Δ. Ανδρέου, Ν. Ναουμίδης, Ι. Φιλιππίδης, Τσικνόπουλος.
Παραλλήλως με τα εφημεριακά του καθήκοντα υπηρέτησε ως διδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο των Αθηνών και ως Γραφεύς της Ιεράς Συνόδου. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τον Μητροπολίτη Αθηνών Μισαήλ Αποστολίδη και τον Δήμαρχο Α. Πετράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Βυζαντινής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Επί των ημερών του φιλοτεχνήθησαν υπό του Οίκου Εκκλησιαστικών Ειδών Νικητόπουλου οι δύο αργυρές εικόνες του Ευαγγελισμού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τον Δεκέμβριο του 1899, αντί δραχμών 1.895 εκάστη και αγιογραφήθησαν τα υπέρθυρα των εξωτερικών θυρών των προπυλαίων με παραστάσεις του Ευαγγελισμού και του ασπασμού Ελισάβετ και Θεοτόκου το έτος 1895 υπό Β. Αντωνιάδου. Οι παραστάσεις αυτές συντηρήθηκαν αργότερα το έτος 1946, από των αγιογράφων αδελφών Σούτσων, επί Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ Ρεβίθη.
Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος ήταν κληρικός έγγαμος, χωρίς τέκνα, πλην όμως περιέβαλε ως δικά του παιδιά τους μαθητές του Σχολείου του και τα παιδιά της ενορίας του. Αποκορύφωμα της προς τον Μητροπολιτικό Ναό αγάπης του αποτελεί η ιδιόγραφη διαθήκη του (15 Μαΐου 1905), δια της οποίας εγκαθιστά τον Ναό γενικό κληρονόμο του. Αποσπασματικώς αναφέρομε:
«Κἀγὼ ὁ ἐλάχιστος ἐν ἱερεῦσιν ὑπηρέτης τοῦ Ὑψίστου Παναγιώτης Σωτηρόπουλος τὴν παροῦσάν μου διατίθημι τελευταίαν διαθήκην. Καὶ πρωτοτύπως μὲν ὁμολογῶ καὶ πιστεύω ἅπαντα τὰ ἱερὰ δόγματα καὶ τάς παραδόσεις τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολικῆς ὡς γνήσιον αὐτῆς τέκνον. Ἑπομένως δὲ ἀφίημι πᾶσιν τοῖς ἀδελφοῖς μου Χριστιανοῖς καὶ αὐτοῖς τοῖς μισοῦσι καὶ ἀδικήσασι τὴν ἀπὸ καρδίας συγχώρησιν πάντων ὅσους ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ ἐλύπησα, ζητῶ κἀγὼ ἀμοιβαίως τὴν αὐτὴν συγχώρησιν.
Ἑπομένως ἐγκαθιστῶ κληρονόμον μου ἐφ’ ὅλης τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου περιουσίας μου ὡς καὶ τῶν ἀπαιτήσεών μου τὸν ἐν Ἀθήναις Μητροπολιτικόν Ναόν «Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου», τὴν ἁγίαν μου ταύτην μητέρα τὴν ὁποίαν ὑπηρέτησα σαρανταπέντε ὅλα ἔτη μετὰ ἀπαραδειγματίστου ζήλου καὶ ἐπιμελείας, ἀφοσιωθεὶς κυρίως εἰς τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν ἐπάγγελμά μου διδάξας, εὐλογήσας καὶ ἀγαπήσας τὸ ἐμπιστευθέν μοι πνευματικὸν ποίμνιον.
Καὶ ἐν πρώτοις ἡ οἰκία μὲν κειμένη ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πετράκη ἀρ. 14 ἐπιθυμῶ καὶ παραγγέλλω νά παραμείνῃ ἀναπαλλοτρίωτος, τὰ δύο οἰκόπεδά μου, τὸ ἕν εἰς θέσιν Παγκράτι καὶ τὸ ἕτερον εἰς τὴν θέσιν Ἐλαιοτριβεῖα, πλησίον ὁ Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου, ἀμφότερα ταῦτα ὁ κληρονόμος μου δύναται να ἐκποιήσῃ ταῦτα ὅταν εὕρῃ τὴν συμφέρουσαν αὐτῷ τιμήν…
Διατάζω πρὸς τούτοις νά δοθῶσι τὰ ἀκόλουθα κληροδοτήματα: εἰς τὸν Ἐθνικόν Στόλον να δοθῶσι 2000 δραχμές, εἰς τὸ Δημοτικόν Νοσοκομεῖον «Ἡ Ἐλπίς» νά δοθῶσι 3000 δραχμές, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νά δοθῶσι 1000 δραχμές, εἰς τὸ Τυφλοκομεῖον 1000 δραχμές, εἰς τὸ Βρεφοκομεῖον 1000 δραχμές, εἰς τὸν Ἱ. Ναόν Χρυσοσπηλαιωτίσσης 1000 δραχμές, εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φίλων τοῦ Λαοῦ 1000 δραχμές, εἰς τὸν ἀνεγειρόμενον Ναόν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου 1000 δραχμές, εἰς τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων 500 δραχμές, εἰς τὸν Χριστοκοπίδην 1000 δραχμές, εἰς τὸν Σύλλογον τῆς Ἀναπλάσεως 1000 δραχμές, εἰς τὸν Ἱερὸν Σύνδεσμον προεδρευόμενον ὑπὸ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου 2000 δραχμές, εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον Κατάστημα 1000 δραχμές, εἰς τὸ Κατάστημα Χαντζηκώστα 1000 δραχμές, εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν Ἁγίου Φιλίππου 500 δραχμές, εἰς τὸν Ραγκαβὰν 500, εἰς τὸν τῆς Βλασσαροῦς 500, εἰς τὸν Ἱ. Ναὀν Χρυσοκαστριωτίσσης νά δοθῶσι 500 καὶ εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν Κοιμήσεως Κολοκυνθοῦς 500…
Ἐπίσης διατάσσω καὶ παραγγέλλω εἰς τὸν κληρονόμον μου καὶ τοὺς ἀξιοτίμους ἐκτελεστάς τῆς μυστικῆς μου διαθήκης τὴν μικράν μου βιβλιοθήκην ὡς ἐστὶ καὶ εὑρίσκεται νά δοθῇ εἰς τὸν ἐκ Θηβῶν Ἱερέα καὶ Οἰκονόμον, νῦν δὲ ἐφημέριον τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, κ. Παπά-Μπρατσιώτην πρὸς ὅν ἔχω ἰδιάζουσαν ἀγάπην καὶ ὑπόληψιν διὰ τὴν κατὰ Χριστὸν πολιτείαν του». (Διαθήκη ὑπ’ἀριθ. 59554/1906, Ἀρχεῖον Καθεδρικοῦ Ναοῦ).
Από την διαθήκη προκύπτει ότι τα οστά της μητρός του Καλομοίρας Σωτηρίου και πρεσβύτιδός του Αγγελικής ήταν ενταφιασμένα κάτωθι του Ναού και επιθυμεί να τεθούν και τα ιδικά του πλησίον τους. Απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών. Και μόνο η διαθήκη του είναι ικανή να δείξει την μεγάλη προσφορά του εκλεκτού αυτού λευΐτου τόσο προς την Εκκλησία, όσο και προς την Πατρίδα. Δεν θα αφίστατο κανείς της αληθείας εάν ισχυριζόταν ότι ο σκιαγραφηθείς δι’ ολίγων Παναγιώτης Σωτηρόπουλος αποτελεί σέμνωμα και εγκαύχημα για τον έγγαμο κλήρο.
Δημήτριος ΚωνσταντινίδηςΟικονόμος
+
Γεννήθηκε στα Βίλλια κατά τα έτη της Ελληνικής επαναστάσεως. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος και ο παππούς του Αθανάσιος προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στον υπέρ της ανεξαρτησίας του έθνους αγώνα. (Σχετική αναφορά γίνεται στην εφημερίδα «Βιλλιώτικα Νέα», Έτος 6, αριθμ. φυλλ. 52, Ιούνιος 1982). Ο παππούς του, ο οποίος έφερε το επώνυμο Πλούμπης, κατεκρεουργήθηκε στην θέση Κρύο Πηγάδι από το ιππικό του Κιουταχή, ήταν δε τότε ο πλουσιώτερος της περιοχής του.
Ο Δημήτριος έλαβε το επώνυμο Κωνσταντινίδης, προς αποφυγή διώξεώς του από τους Τούρκους. Νυμφευθείς την Παναγιώτα Σιδέρη απέκτησε επτά τέκνα, εκ των οποίων επέζησαν τα πέντε. Οι δύο υιοί του έγιναν, ιατρός και δικαστής αντιστοίχως, οι δε θυγατέρες διδασκάλισσες.
Στην Αθήνα εμφανίζεται ως κληρικός το έτος 1863 στον Ναό τού Χριστοκοπίδη, το 1864 μετατίθεται στην Καπνικαρέα και από τον Φεβρουάριο του 1866 στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, όπου υπηρετεί μέχρι του τέλους του 1900 συνεχώς.
Ως εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού μετείχε και αυτός σε μεγάλα εκκλησιαστικά και εθνικά γεγονότα. Βοηθούσε τα δύο δημοτικά σχολεία της περιοχής -καθότι και αυτός διδάσκαλος- με ετήσια χορηγία. Από του έτους 1892 ο Ναός ενισχύονταν δια ειδικού κονδυλίου από τις Μονές της περιοχής Αττικοβοιωτίας, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 3722/ 25.2.1892 εγκυκλίου.
Ο Δημήτριος Κωνσταντινίδης συνέπεσε να υπηρετεί στον Ναό κατά τους φοβερούς σεισμούς του Απριλίου του 1894, από τους οποίους και ο Ναός υπέστη ρηγματώσεις, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσει για λίγες ημέρες της Μ. Εβδομάδος.
Η εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» της 15ης Απριλίου 1894 (ΙΘ’ έτος), αναφερόμενη στον σεισμό της 14/4/1984, περιγράφει, συν τοις άλλοις, χαρακτηριστικό σπγμιότυπο το οποίο συνέβη κατά την ώρα του σεισμού εντός του Ναού της Μητροπόλεως:
«Περί τήν 9.20′ ὥραν τῆς παρελθούσης νυκτός παρατεταμένη δόνησις σεισμοῦ συνεκλόνισε τάς Ἀθήνας, διαρκέσασα 15″ δευτερόλεπτα.
Ἐν τῷ Ναῷ τῆς Μητροπόλεως τήν στιγμήν τοῦ σεισμοῦ ἔκλινεν ὅπως ἀσπασθῇ τόν Ἐπιτάφιον ο κ. Πρωθυπουργός [Χαρ. Τρικούπης] καί ἠναγκάσθη νά ὀπισθοχωρήσῃ. Τό ἀναγράφομεν ὡς περίεργον σύμπτωσιν».
Μετά του Μητροπολίτου Αθηνών Γερμανού Καλλιγά συνεργάσθηκε, και εκ της θέσεώς του ως γραμματέως της Μητροπόλεως, στην αποστολή βοηθημάτων στους πληγέντας εκ του σεισμού.
Ο Δημήτριος Κωνσταντινίδης συνδέεται και με την ανέγερση του Ναού της Μεταμορφώσεως Βιλλίων, διότι αυτός συνέστησε και απέστειλε τον φημισμένο αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλερ, μετά του οποίου φιλικώς συνδεόταν. Έτσι η ιδιαιτέρα του πατρίδα χάρις σε αυτήν την συμβολή του έχει σήμερα ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό κόσμημα.
Στην Μητρόπολη είχε ως συνεφημερίους του τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο Οικονόμο, και τους Παρθένιο Δημητρόπουλο και Πανάρετο Δουληγέρη, Αρχιμανδρίτες, διακρινόταν δε για το αυστηρό τού χαρακτήρα του και επιβαλλόταν με την προσωπικότητά του. Από τον Βασιλέα τού είχε απονεμηθεί το παράσημο της Γ΄ Σεπτεμβρίου και ο Αργυρός Σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος.
Αφού αποσύρθηκε από την υπηρεσία περί το 1900, απεβίωσε και τάφηκε στα Βίλλια στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Χρήστος ΠαπαοικονόμουΟικονόμος
+
Ο Οικονόμος Χρήστος Παπαοικονόμου γεννήθηκε στο Λεβίδι της Μαντινείας το έτος 1853. Πατέρας του ήταν ο Ιερέας Παναγιώτης, ο οποίος είχε το οφφίκιο του Οικονόμου, εκ του οποίου προήλθε και το επώνυμο Παπαοικονόμος. Ο Χρήστος Παπαοικονόμος ήταν ο μεγαλύτερος υιός πολυτέκνου οικογενείας εννέα τέκνων, ο τελευταίος υιός δε ήταν επίσης ιερεύς, ο γνωστός πατήρ Απόστολος, επί σειρά ετών εφημέριος του Αγίου Γεωργίου Καρύκη. Όταν συμπλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Χρήστος Παπαοικονόμος εγκατέλειψε την πατρική στέγη και κατέφυγε στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου-Καλαβρύτων, προτιθέμενος να μονάσει. Σε αυτήν όμως την απόφαση του βρήκε αντίθετο τον ιερέα πατέρα του, ο οποίος μετ’ ολίγον έφθασε στην Μονή και τελικώς τον έπεισε να εγκαταλείψει το όνειρο της μοναστικής ζωής και να μεταβεί στην Αθήνα για να σπουδάσει θεολογία.
Δραστήριος εκ φύσεως ο Χρήστος Παπαοικονόμος δεν περιορίσθηκε στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, αλλά παρακολουθώντας και μετέχοντας στην ζωή των Αθηνών και βλέποντας τους Προτεστάντες να εγκαθίστανται στην πόλη όπου κήρυξε ο Απόστολος Παύλος εξανίσταται και το έτος 1884 εκδίδει το πρώτο του πόνημα «Ἔλεγχος κατά Προτεσταντῶν». Το 1886 εκδίδει σε τόμο τις μέχρι τότε ομιλίες του υπό τον τίτλο «Ἠθικαί ὁμιλίαι.» Για τα δύο αυτά έργα του έλαβε θερμότατη επιστολή από τον τότε Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νικόδημο. Έτσι, όταν έλαβε το πτυχίο του το έτος 1887 και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Θεολογίας, διορίσθηκε Σχολάρχης στο Σχολαρχείο του ‘Αργους. Εκεί νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Μπόμπου και από το γάμο αυτό απέκτησε τρία τέκνα, την Ιωάννα, τον Παναγιώτη και τον Βασίλειο. Στο ‘Αργος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Ως Σχολάρχης υπήρξε ιδιαιτέρως αυστηρός, πλην όμως δίκαιος. Καρπός της εντόνου εξωσχολικής δραστηριότητας υπήρξε η υπ’ αυτού ίδρυση του Φιλολογικού Συλλόγου «Δαναός», η έκδοση ομωνύμου περιοδικού, διαλέξεις, κ.λ.π.
Αλλ’ ενώ είχε ήδη σταδιοδρομήσει ως εκπαιδευτικός και είχε αποκτήσει οικογένεια, ουδέποτε εγκατέλειψε το όνειρο της νεότητάς του να ιερωθεί. Τοιουτοτρόπως, όταν ο αγαπητός του φίλος Θεόκλητος Μηνόπουλος, εκλεγείς Μητροπολίτης Αθηνών την 4η Νοεμβρίου 1904, του προέτεινε να εισέλθει στις τάξεις του ιερού κλήρου, το εδέχθη και χειροτονήθηκε υπ’ αυτού διάκονος την 8η Οκτωβρίου 1905 και την επομένη πρεσβύτερος, λαβών το οφφίκιο του Οικονόμου.
Από του έτους 1904 μέχρι τον Αύγουστο του 1922, όταν και απεβίωσε, διετέλεσε εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών. Την εποχή εκείνη υπηρετούσαν στον Ναό ο γηραιός Οικονόμος Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, διδάσκαλος και εκ των πρώτων εφημερίων, και ο προ διετίας διορισθείς Παναγιώτης Στελλάκης. Ο Χρήστος Παπαοικονόμος κατά την εικοσαετή περίπου διακονία του στον Μητροπολιτικό Ναό, πέραν των εφημεριακών του καθηκόντων κατέλαβε διοικητικές θέσεις στην Μητρόπολη Αθηνών. Συγκεκριμένως διορίσθηκε Επισκοπικός Επίτροπος, Διευθυντής Υπηρεσιών, μέλος του Επισκοπικού Δικαστηρίου, υπεύθυνος του Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εκκλησιαστικής Τέχνης, κ.α. Την εποχή αυτήν υπηρετεί στον Καθεδρικό Ναό ως διάκονος ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος είχε την καλύτερη συνεργασία μετά του Χρήστου Παπαοικονόμου και διατήρησε την αγαθότερη περί αυτού ανάμνηση. Ο Χρήστος Παπαοικονόμος υπήρξε άριστος Ιερεύς, ικανός εξομολόγος και λειτουργός. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι κατά παράδοση ο Χρήστος Παπαοικονόμος ήταν εκείνος ο οποίος απεκαθήλου τον Εσταυρωμένο στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και ένεκα τούτου οι Αθηναίοι της εποχής εκείνης τον ονόμαζαν «Ἰωσήφ ὁ ἀπ’ Ἀριμαθαίας». Ο Χρήστος Παπαοικονόμος ήταν ικανός ρήτορας, ο μόνος έγγαμος εφημέριος του Ναού, ο οποίος επί δεκαεπτά έτη ομιλούσε από του Ιερού Βήματος της Μητροπόλεως και τούτο όχι μόνο διότι ήτο δόκιμος χειριστής του λόγου, αλλά διότι είχε και άριστη θεολογική κατάρτιση. Οι ομιλίες του δημοσιεύονταν στο περιοδικό του Ιερού Συνδέσμου, του οποίου διετέλεσε μέχρι του θανάτου του ταμίας. Τα κηρύγματά του χειραγωγούσαν εις Χριστόν όχι μόνον τους Έλληνες πιστούς Ορθοδόξους, αλλ’ εντυπωσίαζαν για την ρητορική και θεολογική τους πληρότητα και ξένους Ελληνιστές, οι οποίοι δημοσίευαν μεταφράσεις αυτών μετά πολλών σχολίων.
Χαρακτηριστικώς αναφέρεται ότι στην Σουηδική εκκλησιαστική εφημερίδα «Svensr Kyrkotidning» της 11ης Απριλίου 1910 δημοσιεύεται σε μετάφραση ως υπόδειγμα κηρύγματος η ομιλία του Χρήστου Παπαοικονόμου «Περί Πίστεως». Επίσης στην Ορθόδοξη Ρωσσία ο καθηγητής Ιωάννης Σοκόλμπε στο περιοδικό «Εκκλησιαστικός Αγγελιαφόρος «(Εν Πετρουπόλει, τεύχος 50) σημειώνει τα εξής: «Ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ Ναῷ τῶν Ἀθηνῶν ἱεροκῆρυξ εἶναι ὁ ἱερεύς, διδάκτωρ τῆς Θεολογίας, αἰδεσιμώτατος Χρῆστος Παπαοικονόμος, εὐφραδὴς καὶ λόγιος ῥήτωρ, ὅστις προξενεῖ εἰς τοὺς ἀκροατὰς του μεγάλην ἐντύπωσιν διὰ τὴν ὁμιλίαν του».
Η συμβολή του στο έργο του Ιερού Συνδέσμου υπήρξε μεγάλη τόσο δια της αντιμετωπίσεως θεμάτων σχετικών με την μισθοδοσία των ιερέων, όσο και με την επιμέλειαν του περιοδικού Ιερός Σύνδεσμος, στο οποίο δημοσιεύονταν και οι ομιλίες του.

Χρήστος Παπαοικονόμου
Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγο προ του θανάτου του συνεκάλεσε το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο με σκοπό την διασφάλιση της περιουσίας του Ναού και την αντιμετώπιση διαφόρων διοικητικών θεμάτων. Ο εκλεκτός αυτός λευΐτης, ο ταλαντούχος και ακάματος σκαπανεύς του ιερού έργου, ο τύπος και υπογραμμός πάσης αρετής και τιμιότητος, απεβίωσε την 28ην Ιουνίου 1922. Ο θάνατός του συνεκλόνισε τον ιερό κλήρο των Αθηνών και Πειραιώς και αυθημερόν το Δ.Σ. του Ιερού Συνδέσμου συνεδρίασε εκτάκτως και εξέδωκε ψήφισμα. Ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος, συνοδευόμενος από τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου Αρχιμανδρίτη Γερμανό Ρουμπάνη, μετέβη στην οικία του και συνελυπήθη τους οικείους τού μεταστάντος Κληρικού. Η κηδεία του τελέσθηκε με την αρμόζουσα ιεροπρέπεια την 29ην Ιουνίου από τον Επίσκοπο Θήρας Αγαθάγγελο, ενώ ο Μητροπολίτης Αθηνών παρίστατο στο παραθρόνιο. Η παρουσία στην κηδεία του Υπουργού των Εκκλησιαστικών Κ. Πολυγένους, του τότε Επισκόπου Αργολίδος Αθανασίου καθώς και πλήθους χριστιανών καταδεικνύει την φήμη του κληρικού αυτού, ο οποίος υπήρξε αληθής ιατρός πνευματικός και κήρυκας του Ευαγγελίου και είχε ζωή πλήρη αγώνων, αυτοθυσίας και διακονίας του πιστού λαού του Χριστού.
Βασίλειος Χούπης
+
O Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Χούπης γεννήθηκε στη Βαμβακού της Σπάρτης, το έτος 1888. Ήταν γόνος λευιτικής οικογενείας, η οποία πολλά προσέφερε στον αγώνα της απελευθερώσεως της πατρίδας μας κατά το 1821. Μετά το πέρας των εγκυκλίων σπουδών του μετέβη στην Αμερική, όπου ήδη βρίσκονταν οι δυο μεγαλύτεροι αδελφοί του. Εκεί εργάσθηκε με σκοπό να σπουδάσει ιατρός˙ επέστρεψε όμως, πριν περατώσει τις ιατρικές του σπουδές, στην Ελλάδα και σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφοιτήσας το έτος 1912. Το 1916 χειροτονήθηκε διάκονος υπό του Μητροπολίτου Ύδρας Προκοπίου, αφού προηγουμένως νυμφεύθηκε την Χρυσούλα Πανταλέων, μετά της οποίας απέκτησε δύο τέκνα. Το 1917, όπως πληροφορούμεθα από το περιοδικό Ιερός Σύνδεσμος «ἐξελέγη τήν 1ην Μαΐου 1917 ἐφημέριος τοῦ ἐν Πειραιεῖ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ὁ διδάκτωρ τῆς Θεολογίας καί Ἑλληνοδιδάσκαλος Ἱερολογιώτατος Βασίλειος Χούπης», χειροτονηθείς πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Ιάκωβο, κατόπιν εντολής του Τοποτηρητή της Μητροπόλεως Αθηνών Μητροπολίτου Φαναρίου και Θεσσαλιώτιδος Ευθυμίου. Από τότε αρχίζει και η προσφορά του στην Εκκλησία. Καταλαμβάνει σταδιακώς διάφορα αξιώματα. Έτσι του απονέμεται το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου και διορίζεται Αρχιερατικός Επίτροπος Πειραιώς, θέση την οποία κατέχει μέχρι του έτους 1936, οπότε και μετατίθεται στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών.
Την εποχή αυτή ο Ναός διοικείται από την Έκκλησιαστική Επιτροπεία, την οποίαν απαρτίζουν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ως Πρόεδρος, ο εκάστοτε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ως Αντιπρόεδρος, ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής ως Γραμματεύς, τρεις εκ των ενοριτών και ένας εκ των Ιερέων, το λεγόμενο κληρικό μέλος, θέση που καταλαμβάνει ο Βασίλειος Χούπης. Η Εκκλησιαστική Επιτροπεία προσέφερε ό,τι καλύτερο στον Ναό. Ως πρώτο της μέλημα υπήρξε η διασφάλιση της ακίνητης περιουσίας του Ναού από καταπατητές, ενώ μεγάλη υπήρξε και η συμβολή τού τότε νομικού συμβούλου I. Κουτσοχέρα. Ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Βασίλειος Χούπης για τον εσωτερικό διάκοσμο του Ναού. Κατόπιν ενεργειών του απετράπηκε η τοποθέτηση μαρμάρινης βάσεως για τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο πράγμα που θα εμπόδιζε τις τελετές και θα υπήρχε η ανάγκη της μετακινήσεώς του. Δείγμα της ιδιαιτέρας του ευαισθησίας για την βυζαντινή τέχνη είναι η ανάθεση, τον Μάρτιο του 1941, στον μεγάλο αγιογράφο Φ. Κόντογλου νά φιλοτεχνήσει δύο φορητές εικόνες για χρήση λειτουργική, του Νυμφίου και της Αναστάσεως. Η εγκατάσταση μικροφώνων συνδέεται με την προϊσταμενία του. Ήδη από του 1938 αποκτά ο Ναός μικρόφωνα RCA, ενώ μεταδίδεται από του ραδιοφώνου η Θ. Λειτουργία, οι ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος και οι Παρακλήσεις της Θεοτόκου. Τα μικρόφωνα αυτά βρίσκονταν σε λειτουργία έως του έτους 1970. Στον τομέα της Χριστιανικής Αλληλεγγύης, για την οποία ήταν υπεύθυνος καθ΄ όλη την διάρκεια της διακονίας του στον Καθεδρικό Ναό, επέτελεσε έργο αξιόλογο. Πρώτος αυτός είχε την πρωτοβουλία της αποστολής ασθενών στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Βιέννη. Αλλά και ως σύμβουλος του Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, βοήθησε τα μέγιστα με την θέσπιση ειδικής εισφοράς στα Κοιμητήρια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, των οποίων είχε την γενική εποπτεία. Τον Μάιο του 1942 κενωθείσης της θέσεως του Προϊσταμένου του Ναού της Αγίας Ειρήνης, ζήτησε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό την τοποθέτησή του εκεί. Στην Αγία Ειρήνη υπηρέτησε μέχρι του 1968, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Την περίοδο αυτή δι’ ενεργειών του Βασιλείου Χούπη λύθηκε η μακρά υποφώσκουσα αντιδικία μεταξύ του Ναού της Αγίας Ειρήνης και του Καθεδρικού (της Μητροπόλεως) σχετικώς με τον Επιτάφιο, το Δισκοπότηρο και το Ευαγγέλιο, τα οποία είχε κληροδοτήσει ο ευεργέτης Αλέξιος Πλακίδης. Το πρόβλημα αυτό είχε την αρχή του στην φράση της αφιερώσεως, στήν οποία αναφέρεται ότι «…ἀφιεροῖ εἰς τήν Μητρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν 1845». Μητρόπολη τότε ήταν ο Ναός της Αγίας Ειρήνης και οι υπεύθυνοι του Ναού αυτού θεωρούσαν ότι κάτοχος των αφιερωμάτων αυτών έπρεπε να είναι ο Ναός της Αγίας Ειρήνης. Δι’ ενεργειών τού π. Βασιλείου Χούπη λύθηκε οριστικώς το όλο θέμα. Επίσης, μέ τήν συγκατάθεσή του προσαρτήθηκε στήν ενορία τής Μητροπόλεως το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Πανδρόσου, Μνησικλέους, Μητροπόλεως και Πλατείας Μητροπόλεως. Στην Αγία Ειρήνη συλλειτουργούσε μετά του τότε διακόνου Μακαρίου, τού μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ο οποίος μετά του αριστερού ιεροψάλτη κατά τήν περίοδο της κατοχής δίδασκαν Ελληνικά, ιστορία και έκθεση σε άπορους μαθητές καθ’ υπόδειξη του π. Βασιλείου.
Πεπρωμένο του εκλεκτού αυτού λευίτη ήταν να δοκιμάσει το πικρό ποτήρι της εκτελέσεως υπό των Γερμανών του ηρωϊκού υιού του Γιάννη, φοιτητή της Νομικής, την 8η Σεπτεμβρίου 1944. Η είδηση του θλιβερού γεγονότος ανακοινώθηκε στον π. Βασίλειο κατά τον εξής τραγικό τρόπο. Τήν ώρα που οδηγούσαν το καμιόνι των μελλοθανάτων από τα κολαστήρια της οδού Μέρλιν προς το Χαϊδάρι κατεβαίνοντας την οδό Πανεπιστημίου, ο Ιωάννης Χούπης έβγαλε το χέρι του έξω και πέταξε στον δρόμο μια μικρή ασημένια εικόνα της Παναγίας, που του είχαν δώσει οι γονείς του, δεμένη σε ένα μαντήλι. Κάποιος μικροπωλητής την βρήκε και τήν πήγε στην Αγία Ειρήνη. Γύρω της ήταν τυλιγμένο ένα σημείωμα σε χαρτί από κονσέρβα καλαμαριών πού έγραφε:
«Ὁ εὑρών παρακαλεῖται νά πάῃ τό παρόν σημείωμα στόν Ἱ. Ναόν τῆς
Ἁγίας Ειρήνης εἰς τόν Ἱερέα Βασ. Χούπην. Εἶμαι γιός του καί ἐκτελοῦμαι σήμερα 8-9-1944.Πατέρα, μανούλα μου, Κούλα μου. Νά μέ συγχωρήσετε γιά τήν πίκρα πού θά σᾶς ποτίσω. Θέλω νά ζήσετε γιά νά έκδικηθῆτε καί νά προσεύχεσθε γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς μου. Θάρρος, συγγνώμη. Σᾶς φιλῶ Ἰ. Χούπης».

Βασίλειος Χούπης
Στον Μητροπολιτικό Ναό είχε ως συνεφημερίους του τον Παναγιώτη Στελλάκη, τον Νικόδημο Γραικό, μετέπειτα Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας, και διακόνους τον Φιλόθεο Βατοπεδινό, Τιμόθεο Παπαμιχαήλ και Γαβριήλ Ρεβίθη. Πρωτοψάλτης και Διευθυντής της χορωδίας ήταν ο Ν. Χατζής, τον οποίο διαδέχθηκαν το έτος 1951 οι Σπυρίδων Περιστέρης, ως πρωτοψάλτης, και Ευάγγελος Τζελάς, ως λαμπαδάριος. Στον Μητροπολιτικό Ναό επανήλθε για ελάχιστο διάστημα μετά την εκλογή ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών του στενού του φίλου Δωροθέου, του από Λαρίσης. Για τις πολλαπλές υπηρεσίας του Βασιλείου Χούπη στην Εκκλησία, όσο και στην πατρίδα, του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος. Η παρουσία και η προσφορά του Βασιλείου Χούπη στον Καθεδρικό Ναό, όσο και στην Αγία Ειρήνη, άφησε πραγματικά εποχή. Η ωραία και μεγαλοπρεπής μορφή τού όντως ιεροφάντου και μυσταγωγού προξενούσε ιεροπρεπεστάτη ατμόσφαιρα κατά την Θ. Λατρεία, όπως μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν και μαθήτευσαν κοντά του. Πρέπει να λεχθεί ότι απήγγελλε όλες τις ευχές των μυστηρίων και της ακολουθίας των Θεοφανίων από μνήμης, γεγονός που κατέπλησσε το εκκλησίασμα. Το τελετουργικό και κηρυκτικό έργο του, η βαθειά γνώση της θύραθεν και θεολογικής παιδείας, οι διοικητικές του ικανότητες, τις οποίες επέδειξε ως Αρχιερατικός Επίτροπος Πειραιώς, τον κατέστησαν επιφανή μορφή ιερατική και πρότυπο κληρικού για τους νεωτέρους.
Παναγιώτης Στελλάκης
+
Ο Οικονόμος Παναγιώτης Στελλάκης γεννήθηκε το 1869 στην Μονεμβασιά. Ήταν υιός του Κ. Στελλάκη, επί σειρά ετών Δημάρχου της Μονεμβασιάς. Μετά τις σπουδές του νυμφεύθηκε την Πηνελόπη Κoμματά εκ Χαλκίδος και εν συνεχεία χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος την 30.1.1899 υπό του Αρχιεπισκόπου Φθιώτιδος Κωνσταντίνου Καλοζύμη το έτος 1897, τοποθετηθείς εφημέριος στον Ι. Ναό των Αγίων Θεοδώρων Αταλάντης. Μετά πάροδο πέντε περίπου ετών, το 1902, σε επίσημη δοξολογία, η οποία τελέσθηκε στην Χαλκίδα, παρουσίᾳ της Βασιλίσσης Όλγας, η θαυμάσια φωνή του εντυπωσίασε την Βασίλισσα, η οποία και τον συνέστησε στον Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιο Β’, ο οποίος τον τοποθέτησε τακτικό εφημέριο στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών την 10.2.1902, θέση την οποία κατείχε μέχρι του θανάτου του το 1949. Τον σύνδεσμό του με τα Ανάκτορα διατήρησε επί έτη. Την παραμονή των Θεοφανίων μετέβαινε με ειδική ανακτορική άμαξα και αγίαζε το Παλάτι.
Με την τοποθέτησή του στον Μητροπολιτικό Ναό διεδέχθη τον Παρθένιο Δημητρόπουλο, μετέπειτα Μητροπολίτη Γυθείου, συνεφημέρευε μετά του εκ των πρώτων εφημερίων Παναγιώτου Σωτηροπούλου (1862-1911), του Οικονόμου Χρήστου Παπαοικονόμου (1905-1922), του Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Παπασαράντου (1922-1936), μετέπειτα Μητροπολίτου Αργολίδος, του Μ. Πρωτοσυγκέλλου Μιχαήλ Κωνσταντινίδη (1923-1927), μετέπειτα Μητροπολίτου Κορινθίας και αργότερα Αμερικής, του Αρχιμανδρίτου Γερμανού Ρουμπάνη, μετέπειτα Μητροπολίτου Κεφαλληνίας (1934) και ακολούθως Μαντινείας και Κυνουρίας (1951-1964), του Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Χούπη (1936-1942), του Αρχιμανδρίτου Χριστοφόρου Αλεξανδροπούλου (1942-1945), μετέπειτα Μητροπολίτου Ναυπάκτου και του Αρχιμανδρίτου Νικοδήμου Γραικού, μετέπειτα Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας (1967-1981). Μεταξύ των διακόνων του Καθεδρικού Ναού επί της εφημερίας του συγκαταλέγεται το έτος 1919 ο Αθηναγόρας Σπύρου, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης, ενώ ιεροκήρυκες ήσαν οι Αρχιμανδρίτες Διονύσιος Φαραζουλής και Σεραφείμ Παπακώστας.
Ο Παναγιώτης Στελλάκης ήταν άψογος κατά πάντα γνώστης της εκκλησιαστικής Μουσικής, διδαχθείς αυτήν υπό του Κ. Ψάχου με επιδράσεις και από την εκκλησιαστική μουσική του Ι. Σακελλαρίδη. Το γεγονός αυτό συνετέλεσεν στο να δημιουργήσει ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Μεταξύ των ετών 1903 και 1937 πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού διετέλεσε ο περίφημος Νικόλαος Κανακάκης (1857-1939), ο οποίος διακρίνονταν για την εξαίσια φωνή του και την μουσική του κατάρτιση και ένεκα τούτου ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος του απένειμε τον τίτλο του ισοβίου πρωτοψάλτου, τον οποίο λόγω σεμνότητος, δεν αποδέχθηκε.
Ο Παναγιώτης Στελλάκης υπήρξε και εισηγητής λειτουργικών καινοτομιών, οι οποίες έκτοτε καθιερώθησαν στον Ναό, μεταξύ των οποίων αναφέρονται ότι έψαλλε από Ωραίας Πύλης κατά τον Εσπερινό της παραμονής των Χριστουγέννων το “Λαθών ἐτέχθης ὑπό τό σπήλαιον…», ως και το απολυτίκιο «Ἡ Γέννησίς σου… τό φῶς τό τῆς γνώσεως». Στην λέξη «φῶς» άναβαν μονομιάς όλα τα φώτα του Ναού΄Κατά δε το Μ. Σάββατο στην Δειτουργία έψαλλε τον Ύμνο των Τριών Παίδων. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η μαρτυρία συγχρόνων του, όσον αφορά τον Λειτουργό Παναγιώτη Στελλάκη, συμφώνως με την οποία τα τελευταία έτη της ζωής του, γέρων πλέον, δεν μπορούσε να περιφέρει τον Σταυρό κατά την Ακολουθία της Μ. Πέμπτης και στεκόνταν μπροστά στον Εσταυρωμένο και έψαλλε το «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» προκαλώντας συγκίνηση στους πιστούς τόσο με την σεβασμία και πάλλευκη μορφή του, όσο και με την γλυκειά και μελωδεστάτη φωνή του. Η ανάμνηση αυτή παρέμεινε ζωντανή για πολλά χρόνια στην μνήμη και των τελευταίων επιζώντων ενοριτών, οι οποίοι γνώρισαν τον Παναγιώτη Στελλάκη. Εξ άλλου την 26 Οκτωβρίου 1912, την νύκτα της θριαμβευτικής εισόδου του στρατού μας στη Θεσσαλονίκη, έδωσε εντολή να σημάνουν χαρμόσυνα οι καμπάνες του Μητροπολιτικού Ναού και παρά την καταρρακτώδη βροχή πλήθη πιστών προσήλθαν ζητωκραυγάζοντες γιά το γεγονός. Τότε ο Παναγιώτης Στελλάκης έψαλλε «στεντορείᾳ τῇ φωνῇ» την ωδή «Ἐλευθέρα μέν ἡ κτίσις γνωρίζεται..».
Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της διακονίας του στον Καθεδρικό Ναό διετέλεσε πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Και εκ της θέσεως του αυτής συνδέεται με σημαντικά έργα και γεγονότα του Ναού. Συγκεκριμένα, η δημιουργία πολυμελούς χορού ιεροψαλτών οφείλεται στην δραστηριότητα και το θάρρος του Παναγιώτου Στελλάκη. Μαρτυρείται ότι, όταν ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος επεσκέφθη την Βουλγαρία, με την επιστροφή του διεμήνυσε στον Παναγιώτη Στελλάκη, μέσῳ του Υπουργού του Εμμ. Ρέπουλη, ότι στον Καθεδρικό Ναό της Σόφιας έψαλλε περίφημος χορός ιεροψαλτών. Ο Π. Στελλάκης απάντησε ότι και αυτός γνωρίζει την ύπαρξη χορωδίας στον Καθεδρικό Ναό της Σόφιας, πλην όμως τα οικονομικά του Καθεδρικού Ναού δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων. Κατόπιν παρεμβάσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος παρεχώρησε στον Καθεδρικό Ναό το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας Δαφνίου, το οποίον ο π. Στελλάκης συντήρησε και καλλώπισε, αφού φύτευσε περί τα διακόσια δενδρύλλια πέριξ του περιβόλου του. Επί των ημερών του αναφέρονται ακόμη τα εξής έργα και γεγονότα στον Ναό: Η τελετή της ευλογίας των Σημαιών κατά την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων. Την 7ην Σεπτεμβρίου 1912, προκειμένου να ευλογηθούν υπό της Εκκλησίας οι 14 νέες σημαίες του στρατού και του ναυτικού, είχαν τοποθετηθεί πάνω σε εξέδρα διακοσμημένες με δάφνες και μυρσίνες στο μέσον του Μητροπολιτικού Ναού. Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος προκάλεσε ρίγη συγκινήσεως όταν, αντί δικηροτρικήρων, κρατώντας δύο σημαίες του στρατού είπε το «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην καί κατάρτισαι αὐτήν, ἥν ἐφύτευσεν ἡ δεξιὰ Σου, προσθέτοντας, « καὶ εὐλόγησον τάς σημαίας τοῦ φιλοχρίστου ἡμῶν Στρατοῦ, ἐνισχύων αὐτὸν τῇ κραταιᾷ Σου δυνάμει κατὰ ξηράν τε καὶ θάλασσαν πρὸς εὐόδωσιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος».
Το έτος 1913 κατασκευάσθηκαν με χορηγία των Ανακτόρων μωβ-χρυσές στολές για την κηδεία του Βασιλέως Γεωργίου Α’. Σε αυτήν ο Αθηνών Θεόκλητος εξεφώνησε τον επικήδειο λόγο. Επίσης, στα έργα του π. Στελλάκη περιλαμβάνεται η διευθέτηση και δενδροφύτευση του περιβάλλοντος χώρου του Καθεδρικού Ναού, ενώ καθ΄υπόδειξη του Βασιλικού Αυλαρχείου, αφαιρέθηκε το κιγκλίδωμα της νοτίου πλευράς. Ακόμη, καλλωπίσθηκε εξωτερικώς ο Ναός και τοποθετήθηκε, το έτος 1917, ηλεκτρικό ρεύμα, πρώτα στον σολέα και κατόπιν στον υπόλοιπο Ναό και τέλος στο Ιερό Βήμα, παρά τις αντιδράσεις και παρά την κλήση του προς απολογία στην Ιερά Αρχιεπισκοπή. Με την συνδρομή του Ελευθερίου Βενιζέλου (1923) αγοράσθηκαν τάπητες για τον Ναό, τους οποίους κατασκεύασαν πρόσφυγες εκ Μικράς Ασίας και αγοράσθηκε από την Αγγλία ηλεκτρική σκούπα Ηoover. Aγοράσθηκε, επίσης, αργυρός Σταυρός ευλογίας την 1η Οκτωβρίου 1917 για την υποδοχή των Βασιλέων και διάδρομος για τους γάμους της Πριγκιπίσσης Ελένης. Ανατέθηκε στον διαπρεπή αρχιτέκτονα και αρχαιολόγο Αναστάσιο Ορλάνδο, μελέτη για την επισκευή και τον ελαιοχρωματισμό των εξωτερικών επιφανειών του Ναού. Ας σημειωθεί ότι η επισκευή αυτή πραγματοποιήθηκε κατόπιν κρατικής επιχορηγήσεως επί Αρχιμανδρίτου Γαβριήλ Ρεβίθη (1951-1954), προϊσταμένου του Ναού. Διοργανώθηκαν οι τελετές Αγιοκατατάξεως του μαρτυρικού πατριάρχου Γρηγορίου Ε’. Στον Ναό τοποθετήθηκε τηλεφωνική συσκευή το 1931. Την 15η Νοεμβρίου 1931 έγινε μέγα προσκύνημα κατά την άφιξη εκ Πόντου της περιπύστου ιεράς και θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Σουμελά, η οποία δεν είναι άλλη από την Παναγία την Αθηνιώτισσα, που προσκύνησε ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος στον Παρθενώνα, παρόμοιο με εκείνο της αφίξεως της ιεράς εικόνος της Ευαγγελιστρίας Τήνου, κατά το 1915, επί τῃ διασώσει του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΙΒ’.
Ο Παναγιώτης Στελλάκης παρουσιάζει σημαντική φιλανθρωπική και κοινωνική δραστηριότητα. Με την βοήθεια της Βασιλίσσης Σοφίας οργανώνει από του έτους 1917 συσσίτιο και ιδρύει το πρώτο Πολυιατρείο, όπισθεν του Ναού. Μεταξύ των ετών 1922-1925 τα μαθήματα του Α’ Γυμνασίου Αρρένων γίνονταν στον Μητροπολιτικό Ναό, καθ’ όσον το κτίριο του ιστορικού Γυμνασίου διατέθηκε για την στέγαση των Μικρασιατών Προσφύγων. Το 1923, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ιδρύει το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο και ο Παναγιώτης Στελλάκης αναλαμβάνει Πρόεδρος του ενοριακού Φιλόπτωχου Ταμείου της Μητροπόλεως. Διετέλεσε επίσης μέλος του επισκοπικού δικαστηρίου και του απονεμήθηκε υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Μηνοπούλου το οφφίκιο του Οικονόμου. Δίδαξε την Τελετουργική σε νεοχειροτονηθέντες Ιερείς, σε ειδικά σεμινάρια-μαθήματα, τα οποία είχε θεσπίσει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης, και τα οποία λειτούργησαν στο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέου της Αρχιεπισκοπής. Διετέλεσε, ακόμη, Σκευοφύλαξ και Εκκλησιάρχης του Μητροπολιτικού Ναού, ενώ περίφημη ήταν η περιφορά του Επιταφίου της Μητροπόλεως στις οδούς του Κέντρου της πόλεως, η οποία οργανώνονταν υπό του πατρός Παναγιώτου Στελλάκη. Απεβίωσε τον Μάρτιο του 1949 και η κηδεία του έγινε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Τρίκκης Χερουβείμ Άννινου, παρουσία του κλήρου της Αρχιεπισκοπής και πλήθους πιστών.

Παναγιώτης Στελλάκης
Ο Παναγιώτης Στελλάκης υπήρξε πρότυπο κληρικού αφοσιωμένου στο έργο της ενορίας του αφού ανέπτυξε πολυσχιδή δραστηριότητα τόσο ως άριστος και καλλίφωνος λειτουργός, όσο και συνετός αλλά και αυστηρός οδηγός στην πνευματική ζωή των ενοριτών του. Άκουγε με υπομονή τις σκέψεις και τα προβλήματα των συνανθρώπων του, συμβούλευε πατρικώς και βοηθούσε στην πράξη. Ήταν ταυτισμένος με τον Ναό, δαπανήσας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε αυτόν για τον ευπρεπισμό του, για την φιλανθρωπική δράση προς τους πτωχούς, ιδαιτέρως κατά την περίοδο της κατοχής.
Από τις νεώτερες ιερατικές μορφές που άφησαν το δικό τους στίγμα στον Καθεδρικό μας Ναό μετά το 1943
Ευάγγελος Μπονώρης
+
Ο πατήρ Ευάγγελος Μπονώρης γεννήθηκε το 1909 στον Αχλαδόκαμπο Αρκαδίας. Νήπιο ακόμη μαζί με την οικογένεια του μετανάστευσε στο Σικάγο των Η.Π.Α., όπου παρέμεινε αρκετό χρόνο, αλλά λόγῳ του πρόωρου θανάτου τού πατέρα του η οικογένεια αναγκάσθηκε να επιστρέψει πάλι στην Ελλάδα.
Στον Αχλαδόκαμπο, και υπό τις δύσκολες συνθήκες της ορφάνιας τελείωσε το Δημοτικό, το Σχολαρχείο, ενώ δεν κατέστη δυνατόν να αποπερατώσει την εποχή εκείνη το Γυμνάσιο αφού χρειάσθηκε να εργασθεί προς βιοπορισμό.
Το 1935 με βοήθεια συγγενούς του φοίτησε στο Ιεροδιδασκαλείο Χανίων και από το 1937 στο Ιεροδιδασκαλείο Κορίνθου. Την 8η Σεπτεμβρίου του 1940 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών Φενεού, από τον Κορινθίας Μιχαήλ (Κωνσταντινίδη) μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αμερικής.
Κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων, το ίδιο έτος εισήλθε πρώτος στην Θεολογική Σχολή Αθηνών εκ της οποίας έλαβε το πτυχίο το 1946. Ως διάκονος υπηρέτησε στους Ιερούς Ναούς Αγίου Παύλου – Κορίνθου, Αγίου Πέτρου -Άργους και Ζωοδόχου Πηγής – οδ. Ακαδημίας, εποχή όπου εφημέρευε εκεί ο διακεκριμένος για την πλούσια πνευματική του δράση, Πρωθιερέας Άγγελος Νησιώτης.
Τον Ιούνιο του 1946 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Αργολίδος Χρυσοστόμου Ταβλαδωράκη, μετέπειτα Μητροπολίτου Πειραιώς, και τοποθετήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Πέτρου – ‘Αργους, λαβών και το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου.
Η κοινωνία του Άργους ανέμενε πολλά από τον Θεολόγο πνευματικό της πατέρα. Όντως δεν άργησε να δρέψει τους καρπούς του έργου του. Την δεκαετή διακονία του στο Άργος ο π. Ευάγγελος την θεωρούσε ως την καλύτερη της ζωής του. Τον Σεπτέμβριο του 1957, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος τον τοποθέτησε Εφημέριο του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, αναθέτοντας σε αυτόν και καθήκοντα Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Η τοποθέτησή του αυτή στον Ναό της Αρχιεπισκοπικής Καθέδρας ήταν άκρως τιμητική, διότι ο Ναός από του έτους 1948 εστερείτο εγγάμου τακτικού Εφημερίου. Ο π. Ευάγγελος αποδέχθηκε τον διορισμό του ως Προϊσταμένου του Καθεδρικού Ναού με αισθήματα ευθύνης, έχοντας την συνείδηση ότι διαδέχεται στο θυσιαστήριο επιφανείς κληρικούς, οι οποίοι διακόνησαν τον Ναό αυτό και τον ελάμπρυναν με άμεσο προκάτοχό του τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Θέμελη, μετέπειτα Μητροπολίτη Μεσσηνίας. Στον Μητροπολιτικών Ναό διακόνησε μέχρι του έτους 1982. Μετά της ευσεβούς και ενάρετου πρεσβυτέρας του Χριστίνας απέκτησαν τέσσερα τέκνα, διακρινόμενα για το ήθος και την άριστη επιστημονική κατάρτιση. Από αυτά πού μέχρι τώρα εξετέθησαν γίνεται καταφανής η επιτυχία του π. Ευαγ. Μπονώρη σε όλους τους τομείς της ποιμαντικής εκκλησιαστικής διακονίας και, ιδιαιτέρως στα αφορώντα στην τελετουργία των θ. μυστηρίων, στο κήρυγμα και την διδασκαλία του Θ. Λόγου και στην εξομολόγηση των πιστών. Ο βίος του ήταν απολύτως σύμφωνος προς όσα δίδασκε και ενεργούσε μέχρι και της κοιμήσεώς του.
Εφημέριοι Περιόδου 1943 έως σήμερα
- (+) Αρχιμ. Χριστοφόρος Αλεξανδρόπουλος Μητροπολίτης Ναυπακτίας
- (+) Αρχιμ. Γαβριήλ Ρεβίθης
- (+) Αρχιμ. Διονύσιος Ψαριανός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης
- (+) Αρχιμ. Νικόδημος Βαληνδράς Μητροπολίτης Πατρών
- (+) Αρχιμ. Χρυσόστομος Θέμελης Μητροπολίτης Μεσσηνίας
- (+) Οικον. Ιωάννης Βλαχογιάννης
- (+)Αρχιμ. Θεόκλητος Αβραντινής Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας
- (+) Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Μπονώρης
- (+) Αρχιμ. Αντώνιος Σταθακάρος
- (+) Αρχιμ. Τιμόθεος Κοντομέρκος Μητροπολίτης Κεντρώας Αφρικής
- Πρωτοπρ. Δημήτριος Νίκου
- (+) Αρχιμ. Άνθιμος Αραμπατζόγλου
- Πρωτοπρ. Ηλίας Δροσινός
- (+) Αρχιμ. Πέτρος Δακτυλίδης Επίσκοπος Χριστουπόλεως
- Αρχιμ. Σεραφείμ Μεντζελόπουλος, νυν Μητροπολίτης Πειραιώς
- Αρχιμ. Ειρηναίος Νάκος
- Πρωτοπρ. Θωμάς Συνοδινός, τ. Πρωτοσύγκελλος Ι.Αρχιεπισκοπής Αθηνών, νυν Προϊστάμενος ιερού Ναού: 1999-σήμερα
- Πρωτοπρ. Βασ. Χρυσόπουλος
Διάκονοι από του έτους 1943 έως σήμερα
- Φώτιος Βατοπεδινός
- Διονύσιος Μαχαιριώτης
- Τιμόθεος Παπαμιχαήλ
- Πολύκαρπος Καρβελάς
- Ευλόγιος Γεωργιάδης
- Χρυσόστομος Ξινός
- Χρυσόστομος Κουής
- Μεθόδιος Κυριακού
- Αμβρόσιος Πλατής
- Ιγνάτιος Γαλάνης
- Πέτρος Βογιατζής
- Ευτύχιος Σαρμάνης
- Στέφανος Αφεντουλίδης
- Χριστόδουλος Φεργαδιώτης
- Ιάκωβος Καπενεκάς
- Χρυσόστομος Σταυρόπουλος
- Διονύσιος Μπαϊρακτάρης
- Ιωακείμ Κοντοβάς
- Φιλάρετος Πολέμης
- Βησσαρίων Βάσσος
- Ανδρέας Παρασκευόπουλος
- Γεώργιος Ανάγνου
- Φιλόθεος Καραμήτσος
- Θωμάς Χρυσικός
- Χρυσόστομος Σταυρόπουλος (κατόπιν Μητροπολίτης Τριφυλλίας και Ολυμπίας)
- Θεμιστοκλής Χριστοδούλου
- Ειρηναίος Νάκος
- Νικόλαος Λαζαρόπουλος
- Φραγκίσκος Λάβδας
- Δημήτριος Φωκιανός
- Ιωάννης Καρπασινός
- Φιλάρετος Αποστόλου
