Η Ψαλτική Τέχνη στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών-Σπ. Περιστέρης

«ΣΕ ΥΜΝΟΥΜΕΝ». ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ. 1961. ΑΡΧΕΙΟ ΙΕΡΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Βιογραφία του Σπυρίδωνος Περιστέρηαπό τον Φίλιππο Αθ. Οικονόμου*

+

* Άρθρο από το βιβλίο «ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗ», Αθήνα 2003- O κ. Φ.Οικονόμου είναι Φυσικός, Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας

Ο Σπύρος Περιστέρης γεννήθηκε τον Μάιο του 1913 στη Ροδοδάφνη, ένα μικρό γρα­φικό χωριό της Αιγιαλείας, και έμελλε να αναδειχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της σύγχρονης εποχής στον χώρο της ελληνικής μουσικής παράδοσης, μια εξέχουσα και λαμπρή προσωπικότητα, η οποία γέμισε και σφράγισε με τη δημι­ουργική της παρουσία όλο σχεδόν τον 20ό αιώνα. Από μικρό παιδί γαλουχήθηκε με τα θεία νάματα της χριστιανοσύνης και μυήθηκε στη μουσική τέχνη, βυζαντινή και παρα­δοσιακή, από τον πατέρα του Δημήτριο, ιατροφιλόσοφο, μουσικολαογράφο και εμβρι­θή μουσικό.

Ο  Δημήτριος Περιστέρης (1855-1951), γενάρχης μιας πατριαρχικής οικογένειας με εννέα παιδιά, έξι αγόρια και τρία κορίτσια, υπήρξε μια σπουδαία προσωπικότητα με πανελλήνια ακτινοβολία. Διαπαιδαγώγησε και γαλούχησε και τα εννέα του παιδιά όχι μόνο μουσικά, διδάσκοντάς τα αρμόνιο, βιολί, κιθάρα, μαντολίνο, πανδούρα, βυζαντι­νή μουσική και δημοτικό τραγούδι, αλλά και πνευματικά, παρέχοντάς τους κάθε δυνα­τότητα να αναπτύξουν με τη μόρφωση και την αγωγή όλα τα ψυχικά χαρίσματα και τις ικανότητες, με τις οποίες ο Δημιουργός τα είχε πλουσιοπάροχα προικίσει.

Ο Σπύρος ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Έτσι, όλα τα παιδικά του χρόνια τα έζησε μέσα σε ένα μουσικό και γενικά καλλιτεχνικό περιβάλλον. Ο ίδιος, με πολλή συγκίνηση αλλά και νοσταλγική αναπόληση, στον πρόλογο του βιβλίου του Δημοτικά Τραγούδια Ηπείρου και Μωρηά (Αθήνα 1950) ομολογεί:

«….Μέσα στο καλλιτεχνικό αυτό περιβάλλον του πατρικού μου σπιτιού, όπου η μια κόρη τραγουδούσε αρμονικά και τ’ άλλο παιδί υποβλητικά έψελνε κι άλλα συνόδευαν με το βιολί ή με τον αυλό, και όπου ο πατέρας άπλωνε μιαν ατμόσφαιρα μουσικολαογραφικής δράσης, ανατράφηκα κ’ εγώ και μυήθηκα από τον ίδιο στο ωραίο τούτο έργο».

Πάντα νοσταλγούσε το όμορφο και ζεστό οικογενειακό του περιβάλλον και δεν παρέ­λειπε σε κάθε ευκαιρία να περιγράφει με νοσταλγία πολλές όμορφες στιγμές από την οικογενειακή του ζωή, με λόγια όπως αυτά:

«….Πολλές φορές ψέλναμε σε εκδηλώσεις εκκλησιαστικά μέλη και τραγου­δούσαμε διάφορα δημοτικά τραγούδια από την πλούσια συλλογή δημοτι­κών τραγουδιών του πατέρα μου, συνοδεύοντάς τα με τα όργανα. Φιλοξε­νούσαμε πολλούς εκλεκτούς ιεροψάλτες και συχνότατα τον επιστήθιο φίλο του πατέρα Κωνσταντίνο Ψάχο..».

*  Άρθρο από το βιβλίο «ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗ», Αθήνα 2003- O κ. Οικονόμου είναι Φυσικός, Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας

Δάσκαλοι του στη βυζαντινή μουσική υπήρξαν, εκτός από τον πατέρα του, ο Θεόδω­ρος Βλάχος, πρωτοψάλτης Μητροπόλεως Αιγίου, και στη συνέχεια ο περίφημος δια­πρεπής μουσικολόγος και εμβριθέστατος μουσικός Κωνσταντίνος Ψάχος, ο οποίος υπήρξε και πολύ αγαπητός φίλος του πατέρα του. Με πολλή συγκίνηση θυμόταν και περιέγραφε τις πρώτες παιδικές στιγμές της μύησής του στην ψαλτική και τη μουσική:

«Από μικρό παιδάκι ο πατέρας μου έκανε μαθήματα βυζαντινής μουσικής.
Δέκα χρονών με παρουσίασε για να ψάλω στην εκκλησία του χωριού.
Ένας Ιταλός καθηγητής της Φιλαρμονικής του Αιγίου με πρωτοδίδαξε βιολί.
Τ’ όνειρό μου, τότε, ήταν να γίνω σαν τον Χούμπερμαν ή τον Κράισλερ».

Όταν ήλθε στην Αθήνα, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο του Αιγίου, γρά­φτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου, για να αποχωρήσει μετά από δύο χρόνια, κατά προτροπή του πατέρα του, ώστε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μουσική και τη λαογραφία, όπως εξάλλου ήταν και το δικό του όνειρο. Στο διάστημα 1930-1934 φοί­τησε στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής του Ωδείου Αθηνών με καθηγητή τον Νικόλαο Παππά, απ’ όπου έλαβε Πτυχίο Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής με «άριστα παμψηφεί». Δίδαξε για τρία χρόνια μουσική παιδαγωγία στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία καθώς και στο διδασκαλείο μετεκπαίδευσης των διδασκάλων. Παράλληλα, σπούδασε θεωρητικά και αρμονία κοντά στον Φιλοκτήτη Οικονομίδη, καθώς και επί τέσσερα χρόνια φωνητική, πιάνο και βιολί στο Ωδείο Αθηνών, ως υπότροφος.

Mitropolitikos Psalitki Texni Peristeris.

Το μεγάλο του όνειρο να σπουδάσει στη συνέχεια Ανώτερα Θεωρητικά στο Παρίσι δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί την περίοδο αυτή τον απορρόφησε ολοκληρωτικά το ευτυ­χές γεγονός του γάμου του με την άξια σύντροφο της ζωής του Ιωάννα, το γένος Γιαννούλη. Αγλαόκαρπος μιας υποδειγματικής και δημιουργικής συμβίωσης ήταν η από­κτηση των δύο θυγατέρων του Σοφίας και Λίλιαν, που η κάθε μία έμελλε να αναδει­χθεί σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα με πολύπλευρη κοινωνική δραστηριότητα. «Αντί να πάω στο Παρίσι …παντρεύτηκα», έλεγε σε συνέντευξη του στη δημοσιογράφο Αρετή Αθανασίου, και συνέχιζε: «Πήρα το Πτυχίο Ωδικής με άριστα από το Υπουρ­γείο Παιδείας και διορίστηκα Καθηγητής Μουσικής στον τόπο μου, στο ίδιο Γυμνάσιο Αιγίου απ’ όπου αποφοίτησα».

Ως καθηγητής υπηρέτησε σε διάφορα Γυμνάσια από το 1936 έως το 1951. Είχε ιδιαί­τερη επίδοση στο δημοτικό τραγούδι και υπήρξε από τους πρώτους ερμηνευτές στα προγράμματα δημοτικών τραγουδιών, με συνοδεία λαϊκών οργάνων, που μεταδίδο­νταν από την αρχή της ίδρυσης του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών κατά την περίο­δο 1930-1935.

Παρακολούθησε, επίσης, επί δύο χρόνια μαθήματα Λαογραφίας κοντά στον Καθηγητή και Ακαδημαϊκό Γεώργιο Μέγα, με τον οποίο στη συνέχεια συνεργάστηκε στο Λαο­γραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών για πολλά χρόνια.

Ο Σπύρος Περιστέρης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς μουσικολόγους, τους πιο αξιόλογους και ονομαστούς λαογράφους και τους διαπρεπέστερους μουσικοδιδάσκα­λους και ερμηνευτές της ψαλτικής τέχνης. Το δημιουργικό του έργο αναφέρεται στην τριπλή του ιδιότητα: Μουσικολαογράφος – Μουσικοδιδάσκαλος – Πρωτοψάλτης.

Μουσικολαογράφος

Το λαογραφικό έργο του Σπύρου Περιστέρη αρχίζει να καρποφορεί κυρίως από το 1954, οπότε η Ακαδημία Αθηνών τον επέλεξε για να συγκεντρώσει και να μελετήσει τα δημοτικά τραγούδια του τόπου μας, και γι’ αυτό μετατάχτηκε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση στο Λαογραφικό Αρχείο, μετέπειτα Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαο­γραφίας (αφού υπηρέτησε πρώτα στο ίδιο Αρχείο με ετήσιες αποσπάσεις, στο διάστη­μα 1950-1953). Ακάματος σκαπανέας και μεθοδικός ερευνητής, εργάστηκε άοκνα επί σειρά ετών για το δημοτικό τραγούδι και παρήγαγε σημαντικό και σπουδαίο έργο. Ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός ήταν η έρευνα των πολυφωνικών τραγουδιών της Βορεί­ου Ηπείρου. Ο διαπρεπής μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης έγραψε σχετικά:

«…Στο χώρο της δημοτικής μουσικής, ο Σπύρος Περιστέρης είναι ο πρώτος που επεσήμανε ότι υπάρχουν στην Ελλάδα πολυφωνικά τραγούδια στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου. […] Μελέτησε το ρόλο της κάθε φωνής. Μελέτησε και την ονοματολογία των τραγουδιστών και έκανε καταγραφές που είναι άθλος μοναδικός…».

Η ένθερμη αυτή ενασχόληση του με το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα εργασιακής ευθύνης και υποχρέωσης, αλλά και εκπλήρωση ιερής παρακαταθήκης και ηθικού χρέους προς τον πατέρα του. «Από το 1928 ήμουν σε θέση να συνεχίσω την προσπάθεια του, που ο ίδιος με όρισε συνεχιστή και κληρονόμο της», τονίζει χαρα­κτηριστικά στον πρόλογο του έργου του Δημοτικά Τραγούδια Ηπείρου και Μωρηά, και συνεχίζει: «Σε περιοδείες μου ανά το Μωρηά, τη Ρούμελη και την Ήπειρο, πλούτισα ακόμη περισσότερο το μουσικό μας αυτό ταμείο».

Το 1968 η Ακαδημία Αθηνών εξέδωσε ογκώδη τόμο με τίτλο «Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, τ. Γ΄ Μουσική Εκλογή», στον οποίο περικλείεται το πλούσιο και θαυμαστό έργο του Σπύρου Περιστέρη για το δημοτικό τραγούδι, με τραγούδια από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Έργο σπουδαίο, καρπός ακαταπόνητης εργατικότητας αλλά και βαθιάς μουσικής γνώσης και παιδείας. Ο Ρουμάνος μουσικολόγος Νικολάι Ραντουλέσκου, αναφερόμενος, σε κριτικό του σημείωμα, στο μεγάλο αυτό έργο του Σπύρου Περιστέρη, έγραψε:

«Η έκδοση αυτή του προκειμένου τόμου αποτελεί μουσικολογικόν γεγονός πρώτου μεγέθους διά την ελληνικήν Λαογραφίαν κατά τα τελευταία έτη, αληθή επιστημονικόν ισολογισμόν τής μέχρι τούδε επιστημονικής δρα­στηριότητος του μουσικού τμήματος του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Ο τόμος προώρισται να παραμείνει επί πολύ χρόνον πηγή πληροφοριών και όργανον σημαντικής πρωταρχι­κής εργασίας δια την έρευναν της εθνομουσικολογίας εις το πεδίον της νεοελληνικής Λαογραφίας».

Ο ίδιος ο Περιστέρης για την έκδοση αυτή είχε πει:

«Ένας σημαντικός καρπός… μια εργασία που κοπίασα για να την κάνω δέκα ολόκληρα χρόνια. Είναι γραμμένη στη διεθνή μουσική γλώσσα, για να γίνει κτήμα όλου του κόσμου. Για την έκδοση αυτού του τόμου, δούλεψε και ο Καθηγητής της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διευθυ­ντής τότε του Κέντρου Έρευνας, Γ. Σπυριδάκης».

Σημαντικά προϊόντα της καλλικάρπου και πολυκάρπου διακονίας του στην επιστήμη της Λαογραφίας είναι επίσης και οι μελέτες που δημοσίευσε στην Επετηρίδα του Λαο­γραφικού Αρχείου (ή, από το 1966 και εξής, Επετηρίδα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας):

«Ακρίτας όντας έλαμνεν: μουσική μελέτη», τ. Ζ’ (1952).
«Δημοτικά τραγούδια Δροπόλεως Βορείου Ηπείρου», τ. Θ’-Γ (1955-57).
«Ο άσκαυλος (τσαμπούνα) εις την νησιωτικήν Ελλάδα», τ. ΙΓ’-ΙΔ’ (1960-61).
«Ο εξάσημος ρυθμός εις τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια», τ. ΙΕ’-ΙΣΤ’ (1962-63).
«Ο επτάσημος ρυθμός εις τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια», τ. ΚΓ (1973-74).
«Ο πεντάσημος ρυθμός εις τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια», τ. ΚΕ’ (1977-80).

Στο ίδιο περιοδικό δημοσίευσε και εκθέσεις για τις εξής μουσικές αποστολές του:

Σε Ναυπακτία και Μεσολόγγι (1957), τ. Θ’-Γ (1955-57).
Σε Ρόδο και Κω (1958), τ. ΙΑ’-ΙΒ’ (1958-59).
Στην Ευρυτανία (1959), τ. ΙΑ’-ΙΒ’ (1958-59).
Στην Αιτωλοακαρνανία (1961), τ. ΙΓ’-ΙΔ’ (1960-61).
Και πάλι στην Ευρυτανία (1962), τ. ΙΕ’-ΙΣΤ’ (1962-63).
Στη Φωκίδα (1964), τ. ΙΖ’ (1964).
Σε Βόνιτσα και Λευκάδα (1966), τ. ΙΗ’-ΙΘ’ (1965-66).

Το 1971 επιμελήθηκε την έκδοση από την Ακαδημία Αθηνών ενός τριπλού δίσκου βινυλίου (33 στροφών) με τίτλο Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Μουσική Ανθολογία, που κυκλοφόρησε με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από την έναρξη του αγώνος της εθνικής ανεξαρτησίας.

Πίστευε με πάθος στο έργο της μουσικής λαογραφίας, το οποίο θεωρούσε εθνική υπό­θεση και ηθικό χρέος. Για τα δημοτικά μας τραγούδια είχε πει {Δημοτικά Τραγούδια Ηπείρου και Μωρηά):

«… η μελέτη τους κ’ η έρευνα τους μπορεί να μας διαφωτίσει οριστικά σε τόσα επίμαχα και σημαντικά προβλήματα της μουσικής επιστήμης και φιλολογίας- τα δημοτικά μας τραγούδια, λέω, εξαφανίζονται γοργά και σβήνονται στα χείλη των παλαιότερων, χάνονται από τη θύμηση τους ολοένα, ολότελα σχεδόν, τώρα ιδίως που ο λεγόμενος «ευρωπαϊκός» πολι­τισμός […] συμπληρώνει το νόθευμα της σύγχρονης ελληνικής ζωής […] Αλλοίμονό μας, αν δίχως αντίδραση υποκύψουμε σ’ αυτή την αλόγιστη και κατακτητική διείσδυση του συγχρονιστικού τάχα πνεύματος- αλλοί­μονό μας, αν απαρνηθούμε την ιστορία μας, τις παραδόσεις μας, την αλή­θεια της ζωής μας – τι λέω; την ίδια μας την ψυχή …».

Mitropolitikos Psalitki Texni MousikolaografosΔεν παρέλειπε ακόμη, συνεχώς και αδιαλείπτως, να πλουτίζει, με όλες τις εκάστοτε εκδόσεις που αφορούσαν στην εκκλησιαστική και δημοτική μουσική, τη μουσική βιβλιο­θήκη που είχε καταρτίσει ο πατέρας του στο σπίτι τους.

Στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας ο Σπύρος Περιστέρης υπηρέτησε μέχρι τον Ιανουάριο του 1971, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Μουσικοδιδάσκαλος – Πρωτοψάλτης

Ως καθηγητής της βυζαντινής μουσικής ο Σπύρος Περιστέρης έχει να επιδείξει ση­μαντική, πολύχρονη και καρποφόρο δραστηριότητα. Δίδαξε θεωρία βυζαντινής μουσι­κής και ψαλτική τέχνη, επί τριετία, στο Θεολογικό Οικοτροφείο της Αποστολικής Δια­κονίας. Από το 1939 ήταν υπεύθυνος του παιδικού βυζαντινού χορού του Ωδείου Αθηνών, ενώ το 1952 διορίστηκε καθηγητής του ίδιου Ωδείου. Από τότε μέχρι την ημέρα του θανάτου του ανέδειξε ένα μεγάλο πλήθος μαθητών – αρίστων ιεροψαλτών, που κοσμούν και τιμούν σήμερα τα ιερά αναλόγια των Εκκλησιών, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και έξω από αυτόν. Για πάνω από μισόν αιώνα, διοχέτευε σταθερά, μεθοδι­κά και ακούραστα σε εκατοντάδες μαθητές του, με τρόπο σεμνό και αθόρυβο, τη σοφία, την αστείρευτη μουσική γνώση και την πολύτιμη πείρα του, για την καλλιέρ­γεια και την ορθή ερμηνεία της ψαλτικής τέχνης.

Αλλά ο Σπύρος Περιστέρης, πέρα από την πολύτιμη προσφορά του στην επιστήμη της Λαογραφίας και την πολύκαρπη διακονία του στη θέση του Μουσικοδιδάσκαλου, έλαμψε, διακρίθηκε και συνδέθηκε περισσότερο με τον λαό από τη θέση του Πρωτο­ψάλτη. Ως ψαλμωδός είχε μια ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα στην ψαλμωδία του, ακολουθούσε όμως με σεβασμό τις παραδοσιακές ψαλτικές επιταγές. Την ιδιαίτερη ψαλτική του τεχνοτροπία στην απόδοση των ύμνων χαρακτήριζε ακριβώς η βαθειά και πιστή προσήλωση στα γνήσια, παραδοσιακά βυζαντινά μέλη.

Η ψαλτική του τέχνη ήταν λιτή και μεγαλόπρεπη, χωρίς ακρότητες και απαλλαγμένη από κάθε είδους μελωδικούς ακροβατισμούς. Αυτό που αισθανόταν, όταν έψαλλε, ήταν ακριβώς ό,τι υπαγορευόταν από τη βαθειά και ακλόνητη πίστη του στον Χριστό και την Ορθοδοξία. Ο  Δρ Φιλοσοφίας Δημήτριος Κουκουλομμάτης είχε γράψει σχετικά:

«….Η ευλυγισία της φωνής του, η καθαρότητα της άρθρωσης, η γνώση του περιεχομένου των ύμνων και η «εκείθεν» βίωση, η μυσταγωγία που απο­πνέεται από την όλη μουσική υφή, ο άριστος συνδυασμός που γίνεται ανάμεσα στον ήχο και στη θεολογικότητα των ύμνων και η τέλεια απόδο­ση των υψηλών και φιλοσοφικών στοχασμών τους, μεταφέρουν τον πιστό ακροατή ή ακόμη και τον εύμουσο αδιάφορο, σε κόσμους λυτρωτικής χαράς και αισθητικής απόλαυσης. Αν δε σ’ αυτά προστεθεί ότι ο Σπύρος Περιστέρης με τη χροιά, το ύψος και την ένταση της φωνής του, αποκα­λύπτει την ψυχική του δομή και τις συγκινησιακές του καταστάσεις, τότε αγόμεθα στο συμπέρασμα ότι ο Σπύρος Περιστέρης ψάλλει γιατί συναισθάνεται και συναισθάνεται γιατί ψάλλει…»

Το ψαλτικό του ύφος αποτέλεσε ιδαίτερη «σχολή» ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων πρωτοψαλτών που ανέδειξε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

Διετέλεσε πρωτοψάλτης στους ιερούς Ναούς Αγίου Ανδρέου Αιγίου, Αγίου Νικολάου Γηροκομείου Αθηνών, Αγίου Δημητρίου Πλάκας, Αγίου Γερασίμου Πολυκλινικής Αθηνών και Αγίας Βαρβάρας Ψυχικού. Από το 1951 ανέλαβε πρωτοψάλτης στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών όπου, με τους άξιους συνεργάτες του στον θαυμάσιο βυζαντινό χορό που ο ίδιος δημιούργησε, επί μισό σχεδόν αιώνα, κάθε Κυριακή και γιορτή, «πλημμύριζαν με τους πολύχυμους ήχους της βυζαντινής μελωδίας τούς αιθέ­ρες, μετατρέποντας τη θεία λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας σε μια δυνατή πνευματική παρουσία σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο και πέρα απ’ αυτόν», όπως εύστοχα σημείωνε ο Δημήτριος Φερούσης, σκιαγραφώντας τη μεγάλη ψαλτική προσωπικότη­τα του Σπύρου Περιστέρη και την τέλεια απόδοση του άψογα συγκροτημένου βυ­ζαντινού χορού του. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του, το 1998.

Τον Μάιο του 1952 ο Φώτης Κόντογλου, αναφερόμενος στην ψαλμωδία του Μητρο­πολιτικού Ναού Αθηνών, έγραψε στο περιοδικό Κιβωτός:

«…Ας έχει δόξαν ο Θεός που μας αξίωσε να ακούμε εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν ψαλμωδία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ψάλλουν με τάξιν, «συ­νετώς», μελετημένα, κατανυκτικά, με τέχνην αλλά χωρίς ματαίαν επίδειξιν. Ας είναι ευλογημένοι και αυτοί και όσοι συνήργησαν εις αυτό το θεάρεστον έργον …»

Η φωνή του Σπύρου Περιστέρη με τη θαυμαστή ευλυγισία και πλαστικότητα, συνυ­φασμένη με της ψυχής τη θεοσέβεια, έπαιρνε μια άλλη διάσταση με τα ερτζιανά κύμα­τα και έφθανε στα πέρατα της οικουμένης. Άρρωστοι, ταξιδεύοντες, εργαζόμενοι και πλήθος άλλοι, που για ποικίλους λόγους βρίσκονταν τις Κυριακές μακριά από τον ναό, δέχονταν την πρωτόγνωρη μυσταγωγία της γλυκύτατης φωνής του μεγάλου Πρωτο­ψάλτη, που μέσα στην ψυχή τους γινόταν ευχαριστία, παράκληση, έκσταση, αισθητι­κή απόλαυση, πίστη και ελπίδα. Είχε λάβει εκατοντάδες ευχαριστήριες επιστολές από διάφορα μέρη της Ελλάδος, ακόμα και από τα πιο απομακρυσμένα χωριά ή νησιά του τόπου μας. «Η φωνή σου με κάνει χριστιανό», του είχε γράψει κάποτε ένας ακροατής. «Αυτά τα γράμματα είναι για μένα δικαίωση. Πολλοί ακροατές του ραδιοφώνου προ­σπαθούσαν να φανταστούν το πρόσωπο μου», έλεγε ο ίδιος την εποχή που δεν υπήρ­χε ακόμη η τηλεόραση, και συνέχιζε: «Ερχόντουσαν να με δουν και να με γνωρίσουν, μόνο και μόνο για να έχουν την εικόνα του ανθρώπου που η ψαλμωδία του τους ηρε­μούσε, όπως μου λέγανε. Άλλοι με φανταζόντουσαν με “φέσι”, άλλοι με “ράσα”, άλλοι με μουστάκι γυριστό …».

Η φήμη του είχε φθάσει στα πέρατα του κόσμου. Τον Ιούλιο του 1984 προσκλήθηκε στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ., όπου παρέμεινε επί 15 ημέρες. Έδωσε ραδιοφωνικές συνε­ντεύξεις, έψαλε σε αρχιερατικές ακολουθίες και έγινε αντικείμενο ενθουσιωδών τιμη­τικών εκδηλώσεων από τον ομογενή κλήρο και λαό. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων ήταν η λαμπρή τελετή κατά την οποία, με προεξάρχοντα τον διαπρεπή μαέστρο, πρω­τοψάλτη και χοράρχη Δημήτριο Φουστέρη, που υπήρξε μαθητής του Σπύρου Περι­στέρη, το ελληνικό Ωδείο «Ορφεύς» τον ανακήρυξε επίτιμο Πρόεδρό του και του επέ­δωσε τιμητική πλακέτα. Η εφημερίδα Πρωινή έγραψε για την παρουσία και τις ανε­πανάληπτες ψαλμωδίες του Σπύρου Περιστέρη στη Ν.Υ.:

«… Γι’ αυτό στήστε το αυτί σας κι όπου ακούσετε να ξαναψάλει ο Περιστέρης εδώ, σε όποια Εκκλησία τις δεκαπέντε μέρες που θα μείνει, μη χάσε­τε. Πηγαίνετε να ακούσετε το δάσκαλο, που ξεκίνησε από τη Ροδοδάφνη του Αιγίου παιδί, μέστωσε μέσα στη Βυζαντινή Μουσική σαν άντρας κι’ ανέβηκε την κλίμακά της, ως την ανώτατη βαθμίδα του Ωδείου Αθηνών και ήρθε να μαγέψει και τις δικές μας καρδιές βυζαντινά!».

Οι Έλληνες Ορθόδοξοι ομογενείς της Ν.Υ. έτρεφαν μεγάλο σεβασμό, αναγνώριζαν και τιμούσαν ιδιαίτερα την προσωπικότητα του μεγάλου Πρωτοψάλτη. Το 1995, με πρω­τοβουλία ομογενών παλαιών μαθητών του στην Αστόρια, προεξάρχοντος και πάλι του Δημητρίου Φουστέρη, ίδρυσαν τον «Μουσικολογικόν, Φιλολογικόν, Φιλοσοφικόν Σύνδεσμον» υπό την επωνυμία: «Σπύρος Δ. Περιστέρης». Οι ποικίλες και αξιοσημείωτες δραστηριότητες του ιδρύματος και μετά τον θάνατό του, αποτελούν διαρκές ιερό μνη­μόσυνο στη μνήμη του διδασκάλου.

Η εκδοτική του δραστηριότητα στη βυζαντινή μουσική εντοπίζεται σε μια σειρά δίσκων με διάφορα εκκλησιαστικά μέλη, μονωδιακά και χορωδιακά, που κυκλοφόρησε από το 1951 και μετά, σε συνεργασία με την εταιρία Philips και την αδελφότητα «Ζωή». Είχε ακόμα έτοιμο για έκδοση το έργο «Θεωρία και Πράξη της Βυζαντινής Μουσικής», καθώς και μια εκλογή από όλα τα είδη των εκκλησιαστικών μελών μεταγραμμένα και στην ευρωπαϊκή μουσική γραφή, στα οποία εφάρμοζε τη θεωρία του των « συνθέτων μέτρων». Με τα σύνθετα μέτρα πίστευε, όπως έλεγε, ότι αποδίδεται κατά τον καλύτε­ρο τρόπο ο τονικός ρυθμός, στον οποίο βασίζονται τα εκκλησιαστικά μας μέλη. Τα έργα αυτά παραμένουν δυστυχώς ανέκδοτα.

Όσον αφορά τη συνοδεία των εκκλησιαστικών μελών, εφάρμοζε τα διπλά ισοκρατήμα-τα, με κάποια, όπως διευκρίνιζε, πιο ελεύθερη αρμονική κίνηση.

Τιμητικές διακρίσεις, έπαινοι και ευαρέσκειες

Για την όλη προσφορά του και το δημιουργικό του έργο, του απονεμήθηκαν πολλές τιμητικές διακρίσεις, έπαινοι, ευαρέσκειες και τιμητικά διπλώματα, μεταξύ των οποίων:

  1. «Χρυσούς Σταυρός» του Αποστόλου Παύλου και «Ευαρέσκεια» της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την ευκαιρία του εορτασμού της 1900ής επετείου της ελεύσεως του Αποστόλου στην Ελλάδα, για την επιτυχή πανηγυρική Θ. Λειτουργία στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, το έτος 1951.
  2. Το «Χρυσούν μετάλλιον της μητρός των Εκκλησιών» από τον Πατριάρχη Ιεροσολύ­μων Βενέδικτο, το έτος 1961 στα Ιεροσόλυμα.
  3. Ο «Αργυρούς Σταυρός» επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, το έτος 1963 στην Κοζάνη.
  4. «Ευαρέσκεια» της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, το έτος 1971.
  5. Ο «Τίμιος Σταυρός του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου» από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικόλαο τον Β’, το έτος 1974 στην Αθήνα.
  6. «Έπαινος και ευαρέσκεια» της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για την 30ετή ψαλτική του διακονία στον I. Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, το έτος 1982.
  7. «Τιμητικό Δίπλωμα» από τον Σύλλογο Φίλων Βυζαντινής Μουσικής Αιγιαλείας, με οργάνωση τιμητικής εκδήλωσης, το 1984.
  8. «Τιμητικό Δίπλωμα» και τίτλος του «Επιτίμου Χοράρχου» του Συλλόγου Ιεροψαλ­τών Αιγιαλείας το 1984.
  9. «Δίπλωμα τιμής» από τον Σύλλογο Κωνσταντινουπολιτών, με οργάνωση ειδικής τελετής για την προσφορά του στην ψαλτική τέχνη.
  10. «Μετάλλιον του Αποστόλου Ανδρέου» από την Ιερά Μητρόπολη Πατρών.
  11. «Μετάλλιον Αγίου Φιλοθέου» της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης.
  12. «Χρυσός Σταυρός» και «Τιμητικό Δίπλωμα» από τον Σύλλογο Φίλων Βυζαντινής Μουσικής Αθηνών.
  13. «Αναμνηστική Πλακέτα», τιμής ένεκεν, από τον Δήμαρχο Μοσχάτου.
  14. «Δίπλωμα Τιμής» από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Ιεροψαλτών «Ρωμανός ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός».
  15. Αναγορεύτηκε «Επίτιμος Διδάκτωρ» του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του
 Πανεπιστημίου Αθηνών το έτος 1996.

Τιμητικές διακρίσεις έλαβε και στην Αμερική, όπου είχε προσκληθεί πολλές φορές, όπως:

  1. «Τιμητική διάκριση» της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου της Ελληνικής Κοινότητας Νέας Υερσέης το 1995.
  2. «Επισκοπικό Βραβείο Τιμής» της Ιεράς Επισκοπής Νέας Υερσέης το 1995.
  3. «Τιμητική διάκριση» από τον Δήμαρχο Νέας Υόρκης Ρ. Τζιουλιάνι το 1996.
  4. Αρχιεπισκοπικό «Μετάλλιο του Αγίου Παύλου» της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλη­σίας Βορείου και Νοτίου Αμερικής, με την ευκαιρία της συναυλίας της Χορωδίας της Μητροπόλεως Αθηνών στο Κληρικολαϊκό Συνέδριο του 1996.

Mitropolotikos Psaltiki Texni Peristeris 3Σήμερα, ο «ηδυμελίφθογγος τέττιξ της Εκκλησίας», ο γλυκύτατος μελωδός, ο Άρχοντας Πρωτοψάλτης του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, ο Μουσικοδιδάσκαλος και Μουσικολαογράφος, ο Καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής του Ωδείου Αθηνών, ο Σπύρος Περιστέρης, δεν βρίσκεται ανάμεσα μας. Στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 1998, ημέρα της εορτής του Τιμίου Σταυρού, που συμβολίζει τη σταύρωση του θανάτου και τη σωτήρια ανάβαση της ψυχής προς τον ουράνιο προορισμό της, παρέδωσε το πνεύ­μα του, για να απολαύσει πλέον «τον της δικαιοσύνης έπαινον». Ελεύθερη πλέον η πανάγαθη ψυχή του από τον επίγειο χιτώνα της, κατοικεί και φτερουγίζει στο πάλλευκο παλάτι της Θείας Βασιλείας και έχει προστεθεί στο ιεροψαλτικό πάνθεο, που κοσμεί τα ουράνια αναλόγια και υμνεί με τις παναρμόνιες αγγελικές μελωδίες του τη δόξα του Θεού.

Η ιεροψαλτική διακονία του Σπυρίδωνος Περιστέρη στον Καθεδρικό Ναό Αθηνώνπ. Δημήτριος Οδ. Νίκου

+

* Ο π. Δημήτριος Νίκου είναι εφημέριος του Καθεδρικού Ναού Αθηνών και Καθηγητής του Ωδείου Αθηνών.

Ο αείμνηστος διδάσκαλος Σπυρίδων Περιστέρας, μουσικολόγος, Καθηγητής του Ωδεί­ου Αθηνών, επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και Άρχων Πρωτοψάλτης του Καθεδρικού Ναού της πόλεως των Αθηνών, ανεδείχθη μία εξέχουσα προσωπικότης της πνευματικής ζωής της πατρίδος μας. Κυρίως, όμως, ανεδείχθη ένας ανεπανάληπτος λειτουργός της Εκκλησίας μας κατά την τέλεση της Θείας Λατρείας. Ήταν βαθύς γνώστης της υμνολογίας και των πνευματικών-λυτρωτικών νοημάτων της. Κατ’ εξοχήν ήταν άνθρωπος γεμάτος από την εκκλη­σιαστική και τη μουσική παιδεία.

Προσκολλημένος στην παραδοσιακή μελωδία, εκτελούσε με ακρίβεια την ιερή μουσική και συνέβαλλε ουσιαστικά εις την διατήρηση της. Γνώριζε πολύ καλά ότι η πίστη και η λατρεία είναι οι δύο στύλοι της ζωής της Εκκλησίας μας· γι’ αυτό και συνεργάστηκε στενά και αδιάκοπα με πεφωτισμένους ποιμένας της, με αποτέλεσμα να αποδίδονται καλύτερα οι εκκλησιαστικοί ύμνοι.

Κατά κανόνα απέφευγε τη μονωδία και την πρωτοβουλία του ενός μόνον ψάλτου, παρ’ ότι ο ίδιος ήταν άριστος μονωδός. Ήταν θιασώτης της ομαδικής ψαλμωδίας. Προς το τέλος της ιεροψαλτικής του διακονίας στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών προτιμούσε τις απλουστευμένες μελωδίες· τις μελωδίες εκείνες που ήσαν απηλλαγμένες από τον φόρτο των καλλωπισμών της μονωδιακής δεξιοτεχνίας. Επίστευε και εδίδασκε ότι, όσο πιο απλή και σαφής είναι μία εκκλησιαστική μελωδία, τόσο περισσότερο αναδεικνύει τη βυζαντινή της προέλευση. Απέφευγε δε τις κραυγές και τις κορώνες και προσπα­θούσε να εκτελεί με ακρίβεια τα μουσικά διαστήματα.

Ο αείμνηστος διδάσκαλος ουδέποτε χρησιμοποίησε το στασίδι του για να προβάλει τον εαυτό του, διότι είχε την πεποίθηση ότι η διακονία του εν τω Ναώ ήτο «ἔργον τῶν ἀγγέ­λων, οὐράνιον πολίτευμα καί θυμίαμα πνευματικόν», όπως ο Μέγας Βασίλειος αναφέ­ρει (ΒΕΠΕΣ, τ. 52, σ. 12). «Μάθε ψάλλειν», βροντοφωνεί ο Ιερός Χρυσόστομος, «καί ὄψει τοῦ πνεύματος τήν ἠδονήν. Οἱ ψάλλοντες γάρ πνεύματος πληροῦνται ἁγίου, ὥσπερ οἱ ἄδοντες τάς σατανικάς ᾠδάς πνεύματος ἀκαθάρτου». Συμπληρώνει δε ό Άγιος Θεοφύλακτος λέγοντας: «Ψάλλειν ἐν τῇ καρδίᾳ, τουτέστι μετά συνέσεως, καί μή ρεμβομένης τῆς καρδίας· ό γάρ προσέχων, ἐκεῖνος ἐν καρδίᾳ ψάλλει».

* Ο π. Δημήτριος Νίκου είναι εφημέριος του Καθεδρικού Ναού Αθηνών και Καθηγητής του Ωδείου Αθηνών.

Ποτέ ο διδάσκαλος δεν μετέβαλε τις Ιερές Ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία σε μουσικές επιδείξεις. Τον βασάνιζε διαρκώς η λεγόμενη μουσική παράδοση της Εκκλησίας. Τον ενδιέφερε πολύ η Θεία Λατρεία και η κατ’ αυτήν ψαλλομένη ιερή μου­σική. Δι’ αυτής επετύγχανε την επαφή του προσευχομένου ανθρώπου με τον Θεό.

Εις την κατανυκτική και μεγαλειώδη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε, κατάφερνε να μεταρσιώνει τις ψυχές. Δεν αισθανόταν τον εαυτόν του ως μονάδα επί του στασιδίου, πίστευε ότι εκπροσωπούσε τον συμπροσευχόμενο λαό και ότι συμπροσεύχεται μαζί του. Γινόταν μυσταγωγός και εφήρμοζε σε όλη την ιεροψαλτική ζωή του αυτό, πού ένας άλλος αείμνηστος διδάσκαλος μας έλεγεν εις τους μαθητάς του: «μυσταγωγών ἐμυσταγωγεῖτο καί μυσταγωγούμενος ἐμυσταγώγει».

Ήταν ανεπανάληπτος όταν τη Μεγάλη Τετάρτη το εσπέρας έψαλλε μετά των μαθητών του τον ύμνον του Όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης, «Μυσταγωγῶν σου Κύριε τούς Μαθητάς», οπότε τον εβλέπαμε δακρύοντα. Σκοπός της ψαλμωδίας του ήταν πάντοτε η μεταρσίωσις και η πνευματική εποικοδομή των πιστών.

Η εμφάνισις και η στάσις του Περιστέρη ήταν άψογος. Η σεμνότητα του, η ευγένεια του, η αξιοπρέπεια του, η βαθιά του πίστη και η πηγαία του ευλάβεια έχουν μείνει έντονα χαραγμένες στη μνήμη μας. Αυτή δε η ιεροπρέπειά του δεν περιωρίζετο μόνον εις την ευπρεπή ένδυσίν του με το ράσο του ή εις την στάσιν του, αλλά και εις τον τρό­πον της ενασκήσεως της ιεράς αυτής διακονίας του.

ΦΩΤΟ (3)

Η διακεκριμένη και υψηλή θέσις του, ως Άρχοντος Πρωτοψάλτου του Καθεδρικού Ναού τών Αθηνών, πάντα τον συνείχε. Εγνώριζε πολύ καλά τις υποχρεώσεις του καί ανταπεκρίνετο εις αυτές μέχρι τέλους της επιγείου ζωής του. Συγκεκριμένα, έφθανε έγκαιρα στον Ναό, πριν ακόμη αρχίσει η Ακολουθία. Καθόταν εντός του Ιερού Βήμα­τος, ήκουε με προσοχή τον Εξάψαλμο, έπαιρνε ευχή από τον Λειτουργό και μετά εξήρχετο ήρεμα δια να ανέλθει εις το στασίδιόν του.

Ποτέ, στη μακρόχρονη διακονία του, δεν εγκατέλειψε κατά την τέλεσιν της Θείας Λατρείας το στασίδιόν του δια να εισέλθει εις το Ιερόν Βήμα, είτε δια ανάπαυλαν, είτε διά περιττάς συζητήσεις και συνομιλίας. Μόνον κατά τρείς μεγάλας εορτάς του έτους, ήτοι το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και της Παναγίας, κατά την ώραν που ο αριστερός χορός έψαλλε το Κοινωνικόν, εισήρχετο ευλαβώς εις τό Ιερόν Βήμα διά νά κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και στη συνέχεια να ανέλθει και πάλιν εις τό στασίδιόν του για να ολοκληρώσει το έργον του.

Κλασικόν παράδειγμα προς μίμησιν θα μείνει εις όλους μας η εμμελής ανάγνωσις της αποστολικής περικοπής ή τού «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε» και του «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», που κατά κανόνα απηγγέλλοντο υπ’ αυτού. Κάνοντας αρίστην χρήσιν της χρόας του κλιτού, απήγγελλε κατά τον πλέον παραδοσιακόν τρόπον τα εμμελή αυτά αναγνώσματα.

Ταλαντούχος προσωπικότητα, μετά συνέσεως απέδιδε σαφώς και ευκρινώς τα κείμενα των Λποστόλων, ώστε τα λεγόμενα εις αυτά τα κείμενα να γίνονται κατανοητά στους ακούοντας. Εάν ζούσε ό Καβάφης θα τού έλεγε: «Ώραῖα καί μουσικά τά Ἑλληνικά σου », μεγάλε Δάσκαλε.

Μόνον κατά την εκφώνησιν του Θείου Κηρύγματος εκάθητο σιωπών, ακούων προσε­κτικά τας υπό του ιεροκήρυκος αναλυομένας ευαγγελικός αληθείας. Μειδιάματα, σχό­λια και περιττές συνομιλίες δεν παρετηρήθησαν ποτέ από το στασίδιον του Περιστέ­ρη. Δεν ήτο δυνατόν να διανοηθεί τις ότι ο Διδάσκαλος θα επέτρεπε πνεύμα αργολο-γίας και περιέργειας στο περιβάλλον του.

0ι κινήσεις των χεριών του ήσαν μετρημένες και χαριτωμένες. Ιδιαίτερα εις την διεύ-θυνσιν του χορού ήταν αξιοθαύμαστος. Στη χρονική αγωγή και τη ρυθμική απόδοση των μελών ήταν άφθαστος. Χωρίς κινήσεις της κεφαλής και κτυπήματα των ποδών, προσπαθούσε και επετύγχανε να τοποθετεί την φωνήν του, ιδίως εις τους οξύτερους φθόγγους, με θαυμαστόν τρόπον και επιτυχίαν. Η τήρησις των κανόνων της ορθοφω­νίας τού είχε γίνει βίωμα. Εγνώριζε και εφήρμοζε πολύ καλά τους κανόνας της ανα­πνοής. Είχε δε ιδιαίτερη αδυναμία εις τις σταθερές τονικότητες. Με θαυμαστή δεξιοτε­χνία επανέφερε τη διαταραχθείσα, επί τό οξύτερον ή το βαρύτερον, τονικότητα.

Δεν είδαμε ποτέ να κάμνει ο αείμνηστος Διδάσκαλος μορφασμούς, παραμορφώσεις του προσώπου, υπερβολικόν άνοιγμα του στόματος ή συσπάσεις των μυών κατά την τέλεσιν της διακονίας του· πολύ δε περισσότερον δεν παρετηρήθησαν εις αυτόν νευρικοί μορφασμοί ή νευρικές κινήσεις.

Σπανίως έκανε υποδείξεις· και όταν τις έκανε, πάντοτε είχαν μέσα τους το στοιχείον της αβρότητος και της ευγένειας. Ποτέ δεν είπε κακό λόγο για κανέναν· ακόμη και γι’ αυτούς που είχαν πει σκληρά λόγια εναντίον του, αν και είχαν ευεργετηθεί υπ’ αυτού. Ο  Περιστέρης είχε την ξεχωριστή ικανότητα, όταν έψαλλε τους ύμνους της Αγίας μας Εκκλησίας, να συγκινεί, να δημιουργεί κατάνυξη ή να μεταφέρει τον νουν εις τον ουρανό και να ενώνει το πλάσμα με τον Πλάστη. Το μελικότατο πόρευμα των Χερου-βικών του, ο τονισμός και ο χρωματισμός των χαρακτηριστικών φράσεων των διαφόρων εκκλησιαστικών ύμνων ήταν για τον ίδιο και για όλους, όσοι τον ακούσαμε, ένα ανέ­βασμα προς τον ουρανό. Σε αυτές τις ιερές και ευλαβικές στιγμές της δοξολογίας της Αγίας Τριάδος, ποτέ ο Διδάσκαλος δεν παρέλειπε να κάνει σεμνά τον σταυρό του. Συγκινητική ήταν καί η υπόκλισίς του όταν ο Λειτουργός εθυμίαζε ή ευλογούσε τον λαόν.

Πολλά ελέχθησαν και εγράφησαν για το ύφος του αειμνήστου Διδασκάλου και δια την Σχολήν του. Δεν είμαι ειδικός για να αξιολογήσω την εν γένει μουσικήν του προσφοράν εις την Έκκλησίαν. Όμως μπορώ να είπω είλικρινώς και εν πεποιθήσει, ότι το ύφος του είχε χαρακτήρα εκκλησιαστικόν άμα και πνευματικόν. Κράτησε σταθερά την ιεροπρέπεια της ψαλτικής τέχνης και την πνευματικήν της διαύγειαν. Μεγάλη ευαισθησία είχε στη σωστή ρυθμική απόδοση των μελών. Ο χρόνος, ο τόνος και η έκφρασις ήταν δι’ αυτόν η ψυχή της μουσικής.

Είχε σαφώς ταχθεί υπέρ της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, παρ’ ότι ήτο άρι­στος γνώστης και της ευρωπαϊκής μουσικής. Ελάχιστες μόνον φορές, όταν είχε κατάλ­ληλες φωνές, χρησιμοποιούσε διπλά ισοκρατήματα, για να δημιουργήσει κλίμα κατα-νύξεως εις τας ευλαβικάς καρδίας των συμπροσευχομένων αδελφών.

Βασικόν γνώρισμα της εκτελέσεως των ύμνων υπό του αειμνήστου Περιστέρη ήταν η απόδοσις του νοήματος αυτών. Εξ άλλου διέθετε ικανάς γραμματικάς γνώσεις ώστε να αποφεύγει τους παρατονισμούς. Δέν ηκούσαμεν ποτέ ψαλλόμενα υπ’ αυτού μέλη άρρυθμα και παράτονα· στα γραπτά μου­σικά του κείμενα έθετε στις συλλαβές και στις λέξεις τόνους και σημεία στίξεως, προς διάσωσιν ακεραίου του νοήματος των ύμνων. Κατανοούσε πρώτον τις αλήθειες των ψαλλομένων και γι’ αυτό τις μετέδιδε τόσο τέλεια στο εκκλησίασμα.

 

Ο Διδάσκαλος ποτέ δεν έψαλλε εκ του προχείρου. Μελετούσε εκ των προτέρων τα μουσικά κείμενα και μετά τα έψαλλε. Πρόσεχε πολύ τα σημεία ποιότητος και ιδίως τη χρονική αγωγή. Τον βοηθούσε εξ άλλου η αντοχή και η δεξιότητα της φωνής του. Ποτέ δεν καυχήθηκε για το τάλαντόν του. Απεναντίας, όλα τα θεωρούσε ως χαρίσματα και δώρα του Θεού για τη διακονία της Εκκλησίας του Χριστού.

Θα ήταν παράλειψις εκ μέρους μου εάν δεν αναφερόμην καί εις την αγαστήν συνεργα-σίαν του αειμνήστου Διδασκάλου μετά των ιερέων του Καθεδρικού Ναού, προς οικο-δομήν του πληρώματος της Εκκλησίας. Αυτός του ο σεβασμός και η αρμονική του συνεργασία με όλους τους κληρικούς του Ναού θα μείνουν ζωντανά στη μνήμη μας. Εις όλην την ιεροψαλτικήν του διακονίαν εν τω Ναώ ησθάνετο ότι ασκούσε υπούργημα μέγιστον και ψυχωφελές. Η χαρακτηριστική φράσις του ψαλμωδού «Ψαλλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω» (Ψαλμ. 145, 2) ήταν και το δικό του εφύμνιον.

Το έργον της ιεροψαλτικής του διακονίας το ετελείωσε μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης προς την Εκκλησίαν. Έψαλλε συνετώς και η ιερή του ψαλμωδία έφθανε ως ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού. «ᾊδων καί ψάλλων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ τῷ Κυρίῳ», διηκόνησε επί μισόν αιώνα την ιεράν μουσικήν και δεν επέτρεψε να μωμηθεί η διακο­νία της ιεράς ψαλμωδίας.

Μητροπολιτικός Ναὸς Ἀθηνῶν καὶ «Ἀθηναϊκὴ Σχολή».Τοῦ κ. Ἀνδρέα Χρόνη, δικηγόρου, ἱεροψάλτη τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἀθηνῶν καὶ μέλους τῆς “Ἑλληνικῆς Βυζαντινῆς Χορωδίας”.

+

Ἦταν Ἀπρίλιος τοῦ 1951. Μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία, στούς κεντρικούς ναοὺς τῆς πρωτευούσης κυριαρχοῦν πολυφωνικές-εὐρωπαϊκές χορωδίες (κατάλειπα τῆς βαυαροκρατίας), ἐνῶ παράλληλα ὑπηρετοῦν καί κάποιοι μεμονωμένοι ἱεροψάλτες, πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τήν Σμύρνη, «φορεῖς» τῶν παραδόσεών τους.

Τότε, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Σπυρίδων, ἀπεφάσισε τὴν συγκρότηση για πρώτη φορά, ἑνὸς πρότυπου πολυμελοῦς Βυζαντινοῦ Χοροῦ, ποὺ θὰ ἔψαλε στόν Μητροπολιτικό Ναὸ καὶ μέσῳ τοῦ ΕΙΡ, ὥστε νά ἀκούγεται σ΄ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ πέρα ἀπ΄ αὐτήν, στούς Ἕλληνες τῆς Βορείου Ἠπείρου, τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Κύπρου.

Τὸ σπουδαῖο καὶ δύσκολο αὐτὸ ἔργο, ἀνατέθηκε στόν Καθηγητή τῆς Μουσικῆς Σπυρίδωνα Περιστέρη, ποὺ τότε προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες του στό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν-ὅπου τακτικὰ ἱερουργοῦσε ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Ὁ ἀοίδιμος Περιστέρης, προκειμένου νά συγκροτήσει τόν ἐν λόγῳ Χορό, βασίσθηκε στήν ἐκκλησιαστική μουσική παράδοση, τήν ὁποία μετέφερε στήν Μητροπολιτική Ἑλλάδα (1904),  ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Μουσικολόγος Κωνσταντῖνος Ψάχος, μέ σκοπό τήν μεταλαμπάδευση τοῦ σωστοῦ βυζαντινοῦ ἀκούσματος. Γιά τήν στελέχωση τοῦ Χοροῦ τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ὁ Περιστέρης ἀρχικὰ στηρίχθηκε στούς μαθητὲς τῶν τριῶν «μεγάλων» τάξεων τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς  τοῦ Ὠδείου Ἀθηνῶν, στούς ὁποίους θὰ ἐνσωματωθοῦν ἀργότερα καί γνωστοί Ψάλτες, ἀλλὰ καὶ μονωδοὶ τῆς Ἐθνικῆς Λυρικῆς Σκηνῆς, ὡς ἰσοκράτες γιά τὶς δύο σειρές ἐναρμονισμένων ἰσοκρατημάτων ποὺ καθιέρωσε, καὶ ἀποτέλεσαν ἀρχικά, τολμηρὴ πρωτοτυπία, ἀλλὰ θὰ τύχουν γενικῆς ἀποδοχῆς ἀργότερα, ἐνῷ ὡς Λαμπαδάριος ἐπελέγη ὁ Εὐάγγελος Τζελᾶς.

Τὸ ἄκουσμα τοῦ νέου Χοροῦ, διακρινόμενο γιά τὸν λιτό, δωρικὸ καὶ σεμνό τρόπο ἑρμηνείας – χωρὶς περιττὰ καλλωπίσματα καὶ αὐθαιρέτους αὐτοσχεδιασμούς- τῶν κλασσικῶν συνθέσεων μαθημάτων καταξιωμένων Πρωτοψαλτῶν καὶ Λαμπαδαρίων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀρχικά-ὡς ἀνεμένετο-αἰφνιδίασε, ἀλλὰ  δέν ἄργησε νά καθιερωθεῖ καὶ νά γίνει ἀποδεκτό σὰν ὁ «ἀθηναϊκός» τρόπος τοῦ ψάλλειν, ἄλλως ἡ «Ἀθηναϊκὴ Σχολή», μὲ ἕδρα καὶ κέντρο της, τὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν.

Καὶ τὸν τρόπο αὐτό, τὸ «ἀθηναϊκόν ὕφος καὶ ἦθος», ἐξακολουθοῦν νά ὑπηρετοῦν πιστά, ὥς τίς μέρες μας, τὰ ἀναλόγιά του!

Σπυρίδων Περιστέρηςτου Απόστολου Χαραλ. Παπαδοπούλου,
Πρωτοψάλτου του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αθηνών.

+

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό « ΤΟΛΜΗ» της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Ο Σπυρίδων Περιστέρης δίδαξε στη Σχολή Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής του ΩΔΕΙ­ΟΥ ΑΘΗΝΩΝ από το έτος 1939 ως τήν ημέρα του θανάτου του (14.9.1998). Αυτό σημαίνει πώς η εμπειρία του στη διδασκα­λία της Βυζαντινής Εκκλησιατικής Μουσικής τον ανέβα­σε σε ύψη απόλυτης, τολμώ να πώ, διδα­κτικής τελειότητος. Μολονότι στον χαρα­κτήρα του ήταν πράος, προσηνής ιδιαίτε­ρα προς τους μαθητές του, ευγενής σ’ όλους, απαιτούσε με τον τρόπο του, απ’ όλους εμάς, προσφορά εργασίας και στους δύο εξίσου τομείς της Πατρώας μας Μουσικής, δηλαδή και στο θεωρητικό και στον πρακτικό τομέα. Ανέλυε με τον πλέον λεπτομερή τρόπο τους χαρακτήρες ποσότητος και ποιότητος, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε εμείς οι μαθητές του πολλές φορές τον προκαλούσαμε μ’ ένα διακριτι­κό τρόπο να επαναλαμβάνει το ίδιο μάθη­μα, για να το αφομοιώνουμε τέλεια, όσο αυτό ήταν δυνατό. Κατά τη στιγμή τής εξετάσεως ενός μαθήματος, όταν διαπί­στωνε κάποιο λάθος, μας διέκοπτε αυτο­στιγμεί κάνοντας τις σχετικές υποδείξεις και παρατηρήσεις και κατόπιν εκτελούσε ο ίδιος πολλές φορές το ίδιο μάθημα.

Ο Σπυρίδων Περιστέρης είχε πολλές αρετές. Ήταν υπομονητικός, συγκαταβατικός, και ιδιαίτερα στους μαθητές που του δημιουργούσαν κάποια προβλήματα κατά την ώρα της διδασκαλίας.

Η απόλυτη ερμηνεία, ιδιαίτερα στους χαρακτήρες ποιότητος ή εκφράσεως, ήταν η αδυναμία του. Έδινε ιδιαίτερη προσοχή και σημασία στο να επικεντρώνει την προσοχή του στην έκφραση και άρθρωση σ’ ένα μουσικό κείμενο. Ήθελε πάντα να κρατά τις ισορροπίες και τόνιζε ιδιαίτερα «πως το μουσικό μέρος δεν πρέπει να επι­σκιάζει το κείμενο, διότι ό εκκλησιαζόμενος πρέπει να ακούει τι λέμε και τι ψάλλομε, ώστε η συμμετοχή του να είναι όσο το δυνατόν έντονη στη Θεία Λατρεία».

θα ήθελα επίσης να αναφερθώ σε μιά λεπτομέρεια. Δηλαδή στον τρόπο διδα­σκαλίας του Σπυρίδωνος Περιστέρη στο ΩΔΕΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ. Κατά καιρούς κατη­γορήθηκε κατά κόρον από πολλούς, επαΐοντες και μη, ότι χρησιμοποιούσε κα­τά την ώρα της διδασκαλίας το κλειδο-κύμβαλο (Πιάνο). Πράγματι, αυτό ήταν γεγονός. Όμως η χρησιμοποίηση του προαναφερθέντος οργάνου είχε σκοπό να δίνει το φθόγγο της βάσεως κάθε ήχου, όπως και τους υπολοίπους δεσπόζοντες φθόγγους, για να διατηρείται η σταθερό­τητα της τονικότητος του εκτελεσθέντος ήχου από τους μαθητές. Δηλαδή το πιάνο έπαιζε ρόλο ισοκράτη και  όχι της μελω­δίας που ψαλλόταν από τους μαθητές. Επομένως ήταν λανθασμένη η παρατήρη­ση αυτή από τούς κατηγόρους του.

Αξίζει νά σημειωθεί πως για την ανα­βάθμιση και για την απόκτηση κύρους, στο Πτυχίο Ιεροψάλτου όπως και στο Δίπλωμα Μουσικοδιδάσκαλου ήταν ιδι­αίτερα προσεκτικός. Διότι γνώριζε άρι­στα πως οι μουσικές σπουδές σε πολλά Ωδεία της χώρας μας, πλήν εξαιρέσεων, δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες μιας σωστής Μουσικής Παιδείας.

ΦΩΤΟ (4)

Από τη θέση του Πρωτοψάλτου του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών έχει να μας διδάξει πολλά ο αείμνηστος δάσκαλός μας. Ο Σπυρίδων Περιστέρης όντως υπήρξε ο Άρχων του πρώτου Ιε­ρού Στασιδίου της χώρας μας. Υπήρξε επίσης άψογος και στην απαράμιλλη ερμηνεία των βυζαντινών μελών. Σοβα­ρός, σεμνοπρεπής στη στάση του πάνω στη θέση του Πρωτοψάλτου, ταπεινός, όπως αρμόζει σ΄έναν εκκλησιαστικό άνδρα. Σαγήνευε με τη γλυκύτατη και ευλύγιστη φωνή του τα πλήθη των πι­στών, ιδιαίτερα με την εμμελή απαγγελία των Αποστολικών αναγνωσμάτων, με τις περίφημες μονωδίες (solo) που απέδιδε στόν Χερουβικό Ύμνο, στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος και σ’ όλη γενι­κά τη διάρκεια του ενιαυτού, ώστε πολ­λοί εκ των ταπεινών Χριστιανών τον επι­σκέπτονταν ή του έγραφαν επιστολές για να του ομολογήσουν: «Περιστέρη, με την ψαλμωδία σου μάς έκανες πιό Χριστια­νούς». Αυτών των αυθόρμητων εκδηλώ­σεων υπήρξα και εγώ προσωπικά, σε νεα­νική τότε ηλικία, αυτόπτης μάρτυρας.

Τέλος, σαν μαθητής και διάδοχος του μεγάλου και αείμνηστου δασκάλου μου, φρονώ ότι: Η Ωδειακή εμπειρία του στη διδασκαλία της Πατρώας μας Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής με το σύστημα του Σπυρίδωνος Περιστέρη είναι η πλέον ενδεδειγμένη, και εμείς οι μεταγενέ­στεροι, μαθητές, διδάσκαλοι, ο καθ’ ένας από το δικό του μετερίζι, ας τον έχουμε παράδειγμα προς μίμησιν!