Την 18η Σεπτεμβρίου 1834 η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Η εικόνα που παρουσίαζε έχει κατ’ επανάληψη περιγραφεί από τους ξένους περιηγητές, αλλά και από τους Έλληνες ιστορικούς, σαν εικόνα μιας κατεστραμμένης πόλης, όπου οι σωροί των ερειπίων που άφησε ο μακροχρόνιος αγώνας της ανεξαρτησίας αναμειγνύονταν με τις σκιές των μεγαλοπρεπών μνημείων της αρχαιότητας. Τα λείψανα του αρχαίου αυτού μεγαλείου αποτελούσαν την εποχή εκείνη την ενσάρκωση του κλασικού πολιτισμού και της αναβιώσεως του κλέους του Ελληνικού ιδεώδους, όχι μόνο για τούς μόλις απελευθερωθέντας Έλληνες, αλλά και για το σύνολο των Ευρωπαίων. Έτσι το αναγεννώμενο Έθνος αποφασίζει την εγκαθίδρυση της Πρωτεύουσάς του ανάμεσα σε σωρεία συντριμμάτων και οικτρών ερειπίων, προσπαθώντας να ανορθώσει την Πόλη ανάλογα με τις απαιτήσεις του διοικητικού κέντρου του νέου Κράτους.
Το συγκρότημα των κτιρίων της Μητροπόλεως κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, την θέση του οποίου κατέλαβε ο Μητροπολιτικός Ναός των νεωτέρων Αθηνών. Σχεδίασμα «τοῦ ἐλαχίστου ἐν μοναχοῖς Βασιλείου Πλάκα, ρώσου Κιοβιτοῦ ἱστορικοῦ (ζωγράφου), ἀπὸ μέρος βόρειόν τε καὶ δυτικόν, ἔτει σωτηρίῳ ἀψμε (1745)»
Χαρακτηριστικά ο I. Ν. Τραυλός στο έργο του «Πολεοδομική ἐξέλιξις τῶν Ἀθηνῶν» αναφέρει ότι η έλλειψη καταλυμάτων ήταν τέτοια, ώστε πολλές κρατικές υπηρεσίες στεγάσθηκαν εντός Εκκλησιών. Έτσι το Κακουργοδικείο στεγάσθηκε στην Αγία Ελεούσα, το Πρωτοδικείο στην Παναγία Βλασαρού, ο Άρειος Πάγος, στην Γέννηση Χριστού (Χριστοκοπίδου), το Δημοτικό Σχολείο στον Άγιο Αθανάσιο. Το μελαγχολικό πρόσωπο της νέας Πρωτεύουσας δεν άργησε όμως να αλλάξει. Μέσα σε περίοδο οκτώ ετών, δηλαδή το έτος 1842, ο πληθυσμός αυξήθηκε σε 20.000 κατοίκους και ανεγέρθηκαν πολλά κτίρια, κατοικίες και Ιεροί Ναοί. Με αυτό τον τρόπο ανάμεσα στα επιβλητικά νεοκλασικά κτίρια των Ανακτόρων, του Πανεπιστημίου, της Βουλής των Ελλήνων, του Αστεροσκοπείου, ανεγείρονται τα περίφημα αρχοντικά του Κλεάνθη, του Δεκόζη-Βούρου, της Δουκίσσης της Πλακεντίας, του Δημητρίου και άλλων οικογενειών. Στην ανοικοδόμηση και τον καλλωπισμό αυτόν της νέας Πρωτεύουσας συνέβαλαν αρκετοί αρχιτέκτονες, σπουδαιότεροι των οποίων ήταν οι Σ. Κλεάνθης, Ε. Schaubert, F. Gaertner, Ch. Hansen, Th. Hansen, J. Hoffer, G. A. Lunders, L. F. Klenze, Λ. Καυταντζόγλου και Fr. Boulanzer.
Λόγω της ελλείψεως υλικών στα περισσότερα ανεγειρόμενα μέγαρα και κτίρια χρησιμοποιούνταν υλικά από τα ερείπια κατεστραμμένων οικοδομημάτων. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν και για την ανέγερση του νέου Μητροπολιτικού Ναού.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ
Ευθύς αμέσως, όταν μετεφέρθηκε η Πρωτεύουσα στην Αθήνα, η Κυβέρνηση αντιμετώπισε το πρόβλημα ανοικοδομήσεως αξιοπρεπούς Μητροπολιτικού Ναού, αντάξιου της ιστορίας και της φήμης της νέας Πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ήδη από της 23ης Μαρτίου 1837 ο Μητροπολίτης Αττικής Νεόφυτος αιτείται την «ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν ἁγίας ἐκκλησίας ἐν τῇ βασιλικῇ Καθέδρᾳ» χαρακτηριστικώς αναφερόμενος στον Όθωνα λέγει τα εξής:
Το πρώτο πρόβλημα για την Κυβέρνηση αποτέλεσε ο καθορισμός της τοποθεσίας για την ανέγερση του νέου Μητροπολιτικού Ναού. Η ιδέα να κτισθεί ο Ναός του Σωτήρος «πρός αἰωνίαν μνήμην τῆς θαυματουργοῦ άντιλήψεως τῆς θείας Προνοίας, τῆς ρυσαμένης τόν Ἑλληνικόν λαόν ἀπό δεινῶν καί κινδύνων καί πρός ἐνίσχυσιν τῶν μεταγενεστέρων εἰς τήν Πίστιν, δι΄ ἧς οἱ προπάτορες των ἀνεκτήσαντο τήν ἀνεξαρτησίαν των…», στην Πλατεία τού Όθωνος (νυν Πλατεία Ομονοίας), «ὡς ἐθνικόν τῷὄντι μνημεῖον, ἐκφράζον τήν πρός τόν Ὕψιστον εὐγνωμοσύνην τοῦἜθνους» (Β.Δ. 3-15.4.1838), έφθασε μόνον μέχρι της εκπονήσεως και εγκρίσεως των αρχιτεκτονικών του σχεδίων, λόγω της μη δυνατότητος συγκεντρώσεως ικανού ποσού από τον διενεργηθέντα πανελλήνιο έρανο. Ως εκ τούτου, η Κυβέρνηση πρότεινε στον Δήμο να αγορασθεί το παραπλεύρως του οφθαλμιατρείου οικόπεδο αντί τριών δραχμών τον πήχυν και να κτισθεί εκεί Μητροπολιτικός Ναός επί των ήδη εκπονηθέντων από τόν Θεόφιλο Χάνσεν σχεδίων για την περιοχή εκείνη. Το Δημοτικό Συμβούλιο, όμως, απέκρουσε την πρόταση αυτή, διότι η περιοχή ήταν απόκεντρη και ερημική, δυσχεραίνουσα την μετάβαση των κατοίκων και «δέν θά ὑπῆρχον ἐνορῖται διά νά τρέχουν ὡς συνήθως νά ἐξυπηρετοῦν καί νά φροντίζουν τήν Ἐκκλησίαν καί θά ἐχρειάζετο ὡς ἐκ τούτου καθημερινή δαπάνη ὄχι εὐκαταφρόνητος».
Από το 1835 μέχρι το 1862 χρησιμοποιούνταν ως Μητροπολιτικός Ναός η Αγία Ειρήνη. Το έτος 1842, προκειμένου να ληφθεί απόφασις περί νέου Μητροπολιτικού Ναού, οι ενορίτες και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Αγίας Ειρήνης αξίωσαν όπως ο νέος Ναός κτισθεί στη θέση της δικής τους Εκκλησίας. Χρήματα για την ανέγερση τού νέου Ναού υπήρχαν διαθέσιμα εκ του εράνου που είχε διενεργηθεί κατά τα προηγούμενα έτη για τον Ναό του Σωτήρος στο κέντρο της πλατείας Ομονοίας.
Αυτές τις διαφωνίες και τις αντιθέσεις, οι οποίες ανέκυψαν, όσον αφορά στην θέση ανεγέρσεως τού Ναού, το περιοδικό «Ἀθηνᾶ» (912/20-4-1842) τις σχολιάζει ως εξής:
Για να συμβιβάσει λοιπόν τις αντιθέσεις, οι οποίες εμφανίσθηκαν πάνω στο θέμα αυτό, η Κυβέρνηση διέθεσε το ήμισυ των χρημάτων του εράνου για την ανέγερση του νέου Ναού της Αγίας Ειρήνης και το υπόλοιπο για τον νέο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.
Την 20ή Νοεμβρίου 1842 επελέγη τελικώς η τοποθεσία του Μητροπολιτικού Οίκου, όπου ευρίσκεται σήμερα ο Μητροπολιτικός Ναός και εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα δια του οποίου ορίζονταν ότι:
Το περιοδικό «Ἀθηνᾶ» (Ἀρ. 965) της 31ης Οκτωβρίου 1842, θέλοντας να εκφράσει την αγωνία και σύγχυση του κοινού, κατά την περίοδο αυτή, δημοσιεύει τα εξής:
Ο θεμέλιος λίθος του νέου Μητροπολιτικού Ναού τέθηκε την 25ην Δεκεμβρίου 1842 υπό των Βασιλέων. Ο θεμελιούμενος ναός ορίσθηκε από τον Βασιλέα να τιμάται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.
Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΝΑΟΥ
Ο θεμέλιος λίθος του νέου Μητροπολιτικού Ναού τέθηκε την 25η Δεκεμβρίου 1842. Η τελετή της καταθέσεως έγινε μεγαλοπρεπώς παρουσία του Συμβουλίου Επικρατείας και όλων των πολιτικών, στρατιωτικών, εκκλησιαστικών και λοιπών αρχών της πόλεως των Αθηνών. Πρώτος τον θεμέλιο λίθο κατέθεσε ο Βασιλεύς Όθων, αφού σφυρηλάτησε τρεις φορές επ’ αυτού και αφού έριξε κατά το Ελληνικό έθιμο νομίσματα, από του μονολέπτου μέχρι του χρυσού εικοσαφράγκου. Κατόπιν έπραξε το ίδιο και η Βασίλισσα Αμαλία, η εν Αθήναις ευρισκόμενη αδελφή της και όλες οι ανώτερες αρχές. Ο Δήμαρχος Αθηναίων Ανάργυρος Πετράκης, εκφώνησε ενώπιον των Βασιλέων κατάλληλο λόγο, ο δε λαός ζητωκραύγαζε. Ο Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών ολοκληρώθηκε σε διάστημα δεκαέξι ετών από της θεμελιώσεώς του, το έτος 1858.
Το αρχικό σχέδιο εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν με ανάμικτα στοιχεία ρωμανικού, γοτθικού καθώς αναγεννησιακού ρυθμού. Τα οικονομικά μέσα όμως έλειψαν και εν τω μεταξύ αποφασίσθηκε η μετατροπή του ρυθμού σε ελληνοβυζαντινό. Ο Θεόφιλος Χάνσεν ανεχώρησε για τη Βιέννη και το έτος 1853 ο αρχιτέκτων Δημήτριος Ζέζος εκπόνησε νέα σχέδια και από το αρχικό σχέδιο του Χάνσεν διατηρήθηκε μόνο το πρόπυλο. Οικονομικής φύσεως όμως δυσκολίες έκαναν το έργο να προχωρεί με βραδύ ρυθμό. Εν τω μεταξύ ο αρχιτέκτων πέθανε και το έργο ανέλαβε ο Π. Κάλκος το έτος 1855 και ολοκλήρωσε το 1858 ο Φ. Μπουλανζέ. Η αγιογράφηση είναι κυρίως έργο του Σπύρου Γιαλινά, η δε γλυπτική διακόσμηση του Σπύρου Φυτάλη. Οι τοιχογραφίες είναι έργο του Γερμανού ζωγράφου Ζάϊτς.
Χαρακτηριστικός είναι ο κατωτέρω προϋπολογισμός δαπάνης, τον οποίο συνέταξε ο Φ. Μπουλανζέ:
To όλο έργο στοίχισε 700.000 δραχμές, εκ των οποίων το μισό περίπου προήλθε από την εκποίηση 72 εκκλησιοοικοπέδων (ερείπια εκκλησιών μετά γηπέδων), 80.000 δραχμών από τον Δήμο Αθηναίων, τα δε υπόλοιπα από εράνους, στους οποίους έδωσαν 20.000 δραχμές ο Βασιλιάς Όθωνας, 10.000 δραχμές ο Γεώργιος Σίνας και 86.000 δραχμές ο Σίμων Σίνας. Ακολούθως παραθέτουμε τον συνοπτικό απολογισμό της ανεγέρσεως του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών.
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ
ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΕΓΕΙΡΟΜΕΝΟΥ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΑΥΤΗΣ, ΗΓΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΥΣ 1843 ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1858.
Ὁ Πρόεδρος +Ὁ Ἀθηνῶν Νεόφυτος Ὁ Δήμαρχος Γ. Σκούφος
Τα μέλη
Γεώργιος Κ. Τυπάλδος, Ἀ. Σκαρλάτος, Ἐμμ. Μανιτάκης, Γεώργιος Χρηστοφῆς
Ὁ Γραμματεύς: Ὅμηρος I. Κλάδος
* Πρωτοπρεσβυτέρου ΗΛΙΑ ΔΡΟΣΙΝΟΥ: «Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΟΙ ΤΟΥ 1862-1942», ΑΘΗΝΑ 1996
Άποψη Αθηνών (τέλη 19ου αι.), όπου διακρίνεται ο Μητροπολιτικός Ναός στην τελική του μορφή.Άποψη των Αθηνών, 1859. (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο). Διακρίνεται ο Μητροπολιτικός Ναός στο τελευταίο στάδιο των εργασιών.