ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΝ ΚΙΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

τοῦ Αἰδεσ/τάτου Πρ ωτ. π. Θωμᾶ Συνοδινοῦ, τ. Πρωτοσυγκέλλου Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν – Προϊσταμένου τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν.

Ἡ πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν , πέμπτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, εἶναι ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, «ἐν ἧ ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων». Ἡ γιορτή αὐτὴ δέν ὁμοιάζει μὲ τίς προηγηθείσες τέσσαρες. Ἔχει ἕνα χαρακτῆρα πανηγυρικό καὶ χαρμόσυνο, ὅπως φαίνεται στά περισσότερα τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου, ποὺ καλοῦν τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο νά χαρεῖ καὶ νά εὐφρανθεῖ, γιορτάζοντας τὸ γεγονός τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων:

«Εὐήχως αἱ μυστικαί τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ σάλπιγγες ὑπερφυῶς βοάτωσαν, τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀνόρθωσιν».

Σήμερα τιμήσαμε καὶ τιμοῦμε τοὺς μεγάλους ὁμολογητές τῆς πίστεως: τούς αὐτοκράτορες πού τὴν ὑπερασπίστηκαν καί πού συχνὰ ἀντήλλαξαν τή βασιλική πορφύρᾳ μὲ τὸ ταπεινό μοναχικό τριβώνιο. Τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ διακόνους, οἱ ὁποῖοι ὀρθοτόμησαν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὑπέστησαν τὶς συνέπειες. Τοὺς μοναχούς καὶ τοὺς λαϊκούς πού ἀγωνίστηκαν γιά τὸ μεγάλο δῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας θυσιάζοντας πολλές φορές ἀκόμη καὶ τή ζωή τους.

Τιμοῦμε σήμερα τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, για τὴν ὁποία προσευχόμαστε σὲ κάθε μας λειτουργία καὶ τὴν ζητοῦμε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅποιος τραυματίζει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι πιὰ σὲ θέση νά ὁμολογεῖ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ διαπράττει σχεδὸν ἐξίσου σοβαρό ἁμάρτημα μὲ ἐκεῖνον πού τραυματίζει τὴν αὐθεντικότητα τῆς πίστεως, στήν ὁποία αὐτὴ ἡ ἑνότης θεμελιώνεται.

Σήμερα, λοιπόν, πού ἡ ἁγία μας ἐκκλησία λάμπει μὲ τὴν φαιδρότητα τῶν δογμάτων της καὶ τὴν λάμψη τῶν ἁγίων Εἰκόνων της, ἔχοντας τὴν πρόσκληση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου καὶ Ποιμενάρχου τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς Μητροπόλεως, νά σᾶς ὁμιλήσω, δέν θὰ ἤθελα νά ἀναφερθῶ στα ἱστορικὰ ἐκεῖνα γεγονότα τῆς εἰκονομαχικῆς ἔριδος, ποὺ συγκλόνισαν τὴν αὐτοκρατορία για 120 περίπου χρόνια, οὔτε στήν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ ἀποκατέστησε τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων.

Θὰ ἤθελα μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Σεβασμιωτάτου να ἐκφέρω στήν ἀγάπη σας μερικές σκέψεις δίδοντας ἕνα τίτλο , θὰ ἔλεγα, τῆς ὁμιλίας μου «ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου».

Ἡ εἰκόνα ἀποτελεῖ μία γλώσσα ἐπικοινωνίας. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχή τῶν εἰκόνων. Οἱ εἰκόνες εἶναι μία διεθνής γλώσσα κατανοητή ἀπ’ ὅλους. Οἱ ἄνθρωποι ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους πιό πολύ μέ εἰκόνες παρά μέ λέξεις καί γράμματα. Ἀπό τά εἰκονίδια τοῦ ὑπολογιστῆ μέχρι τίς γιγαντοαφίσες στούς δρόμους ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτη ἀπό εἰκόνες, πού τή γεμίζουν, πού τήν ὀμορφαίνουν, πού τήν ἀσχημίζουν, πού τή συγκινοῦν, πού τήν προβληματίζουν, πού τῆς δίνουν χαρά, πού τήν καθοδηγοῦν καί πού, ἐνίοτε, καί τήν παραπλανοῦν.

Ὅταν λέμε «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ», ἐννοῦμε δύο πράγματα: πρῶτον ἐννοοῦμε τόν ἄνθρωπο ὡς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένο δημιούργημα καί δεύτερον ἐννοοῦμε τίς εἰκόνες ὡς ἀντικείμενα τῆς λατρείας, πάνω στίς ὁποῖες εἰκονίζεται τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ μας, τῆς Παναγίας Μητέρας Του, τῶν θεωμένων ἁγίων πιστῶν καί τῶν γεγονότων πού διηγοῦνται τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Κατ’ ἀρχήν ὁ ἄνθρωπος, ὡς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένος, κουβαλάει πάνω του τή σφραγίδα τοῦ Δημιουργοῦ Του. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κατά τή σωματική του διάπλαση οὔτε κατά τήν ὑλική του ὑπόσταση. Ὁ Θεός εἶναι ὕπαρξις ἄυλος καί ἀπεριχώρητος καί οὐδεμία σχέση μπορεῖ νά ἔχει μέ τίς διαστάσεις καί τή μορφολογία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἡ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καταδεικνύει τήν ὕπαρξη τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Εἶναι ἡ ἀνάσα τοῦ Θεοῦ, πού σιγοκαίει μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο καί πού τόν συντηρεῖ στή ζωή, ὅσο παραμένει ἑνωμένη μέ τό φθαρτό πρός τό παρόν σῶμα του. Ὅταν λείψει ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε παύει καί ὁ ἄνθρωπος νά ὑπάρχει. «Τό γάρ κατ’ εἰκόνα γενόμενον διά πάντων ἔχει πάντως τήν πρός τό ἀρχέτυπον ὁμοιότητα», «ἐκεῖνο τό ὁποῖο δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα παρουσιάζει ἐντελῶς ὁμοιότητα σέ ὅλα μέ τό ἀρχέτυπο» μᾶς λέγει ὁ Γρηγόριος Νύσσης. («Διάλογος περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως», Ε.Π.Ε. τ. 1, σελ.:243). Λίγο πιό κάτω μᾶς λέγει ἐπίσης τό ἑξῆς χαριτωμένο: «ὥσπερ πολλάκις ἐν μικρῷ ψήγματι ὑελίνῳ ὅταν τύχῃ πρός ἀκτῖνα κείμενον, ὅλος ἐνορᾶται τοῦ ἡλίου ὁ κύκλος, οὐ κατά τό ἴδιον μέγεθος αὐτῷ ἐμφαινόμενος, ἀλλ’ ὡς χωρεῖ βραχύτης τοῦ ψήγματος τοῦ κύκλου τήν ἔμφασιν, οὕτως ἐν τῇ βραχύτητι τῆς ἡμετέρας φύσεως τῶν ἀφράστων ἐκείνων τῆς θεότητος ἰδιωμάτων αἱ εἰκόνες ἐκλάμπουσιν», «ὅπως πολλές φορές σ’ ἕνα μικρό κομμάτι γυαλί, ἄν πέσουν πάνω του ἡλιακές ἀκτίνες, φανερώνεται ὁλόκληρος ὁ δίσκος τοῦ ἥλιου, φυσικά ὅχι κατά τό πραγματικό του μέγεθος, ἀλλά ὅσο τό ἐπιτρέπει ἡ μικρότητα ἀπό τό κομματάκι τοῦ γυαλιοῦ νά φανερωθεῖ ὁ ἥλιος, ἔτσι καί μέσα στά μικρά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μας λάμπουν οἱ εἰκόνες τῶν ἀνεκφράστων ἰδιωμάτων τῆς θεότητος» (ὅ.π. σελ. 245).

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, ἔχει καθῆκον νά συντηρήσει αὐτή τήν εἰκόνα καθαρή καί ζωντανή. Ἐκεῖνο πού βρωμίζει καί νεκρώνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἄστοχη κίνησή μας νά ὁμοιάσουμε στό Θεό μέ λάθος τρόπο. Ἡ εἰκόνα ἀπό μόνη της ἀναζητᾶ τό πρότυπό της. Ὅσο περισσότερο ταυτίζεται μέ τό ἀρχέτυπό της, τόσο πιό πολύ δικαιώνεται ἡ ὕπαρξή της. Ὅταν ὅμως κάνει λανθασμένη χρήση τῶν δυνατοτήτων της, τότε κατασκευάζει ἕνα δικό της θεό καί προσπαθεῖ νά ταυτιστεῖ μ’ ἐκεῖνον. Τότε λοιπόν ἡ εἰκόνα ἀμαυρώνεται, σκοτίζεται, τραυματίζεται καί λερώνει.

Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σάν ἔνας ζωγραφικός πίνακας πού δέχθηκε τά χρώματα τῆς θεϊκῆς σοφίας. Αὐτά τά χρώματα εἶναι τά χαρίσματα καί οἱ δυνάμεις, πού πλουσιοπάροχα ἔχει σκορπίσει ὁ Θεός σ’ ὅλες τίς ἀνθρώπινες ψυχές. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐκμεταλλεύεται σωστά ὅλα τοῦτα τά χαρίσματα καί τίς δυνάμεις του, τόσο καί πιό ἔντονα ἐπιτυγχάνει νά ὁμοιάσει στό Δημιουργό του, νά φτάσει δηλ. στό «καθ’ὁμοίωσιν». Αὐτό τό «καθ’ ὁμοίωσιν» ἔθεσε ὁ Θεός σάν στόχο ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διότι μόνον στήν ὁμοίωση μέ τό Θεό ὁ ἄνθρωπος καταξιώνεται καί δικαιώνει τό ὄνομά του (ἄνθρωπος = ἄνω θρώσκων). Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο λάμπει καί δοξάζεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται μέ συνέπεια στόν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς καί προκόβει κατά Θεόν στήν πνευματική του ζωή.

Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἄς θυμηθοῦμε τό ὡραῖο μυθιστόρημα τοῦ Ἄγγλου συγγραφέως Ὄσκαρ Οὐάιλντ μέ τίτλο  «Τό πορτραῖτο τοῦ Ντόριαν Γκρέι». Ὁ Ντόριαν Γκρέι εἶναι ἕνας ἀγγελόμορφος νέος, ἐκπάγλου ὀμορφιᾶς καί σπανίας ὡραιότητος, πού βασανίζεται ὅμως ἀπό ἐξαιρετική φιλαρέσκεια. Ἔχει ὡς πολύ καλό του φίλο ἕνα ζωγράφο, στόν ὁποῖο παραγγέλνει νά ζωγραφίσει τό πορτραῖτο του. Ὁ Ντόριαν ἐπιθυμεῖ κάθε εἴδους ἀπόλαυση, μέ κάθε τίμημα καί κόστος. Δέν διστάζει, προκειμένου νά ἱκανοποιήσει κάθε ἐγωϊστική του ἐπιθυμία, νά φτάσει ἀκόμη καί στό ἔγκλημα. Κάθε φορά λοιπόν πού πέφτει σ’ ἕνα φοβερό ἁμάρτημα, συμβαίνει τό ἑξῆς παράδοξο: τό πορτραῖτο, πού ζωγράφισε ὁ φίλος του, παίρνει ζωή καί γίνεται ἄσχημο. Σέ κάθε λάθος τοῦ Ντόριαν τό πορτραῖτο του ἀσχημίζει ὅλο καί περισσότερο. Τό πρόσωπο τοῦ Ντόριαν γίνεται τόσο δύσμορφο ἀπό τά ἀμέτρητα λάθη του, ὥστε τοῦτο τό γεγονός τόν ὁδηγεῖ στήν ἔσχατη ἀπελπισία, στήν αὐτοκαταστροφή καί στήν αὐτοκτονία.

Αὐτός ὁ ἀλληγορικός μῦθος δείχνει τό δραματικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο βιώνει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀμαύρωση τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ μέσα του. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο βυθίζεται στήν ἁμαρτία, τόσο ἀπομακρύνεται κι ἀπό τό πρότυπό της. Χάνει τά ἀποτυπώματα τοῦ Θεοῦ μέσα της. Περιπίπτει σ’ ἕναν σκοτασμό. Βεβαίως, ὁ μῦθος πού ἀναφέραμε προῆλθε ἀπό μία δυτική πέννα καί μάλιστα ἀπό ἔναν ἄνθρωπο πού βίωσε ἔντονα τήν ἀπελπισία τῆς ἀμετανοησίας, ἔστω κι ἄν ἄφησε πίσω του λογοτεχνικά ἀριστουργήματα. Γιά τόν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς δέν ὑπάρχει ἡ ἀπελπισία. Κατά τήν πατερική σκέψη, ὅσο καί νά λερωθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο ὑπάρχει ἡ μετάνοια καί ὁ πνευματικός ἀγώνας, πού ἐπιφέρουν τήν κάθαρση.

Αὐτή ἡ κάθαρση μέσα ἀπό τήν ἀληθινή μετάνοια ξανακάνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δηλ. τήν ψυχή, νά ὁμοιάσει μέ τό ἀρχέτυπό της. Ἡ πνευματική ζωή καθαρίζει, λαμπρύνει καί δοξάζει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τήν ἐξομοίωση αὐτῆς τῆς εἰκόνος μέ τό ἀρχέτυπό της τήν ὀνομάζει «θέωση».

Ἡ δεύτερη τώρα σημασία τῆς ἐκφράσεως «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» ἔχει νά κάνει μέ τίς εἰκόνες ὡς ἐκφράσεις τῆς λατρείας, ὡς δοχεῖα τῆς Θείας Χάριτος καί ὡς φορεῖς τῆς μακραίωνης ἁγιοπνευματικῆς Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτό τό σημεῖο πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἡ Παράδοση εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στό δρόμο τῆς σωτηρίας. Ὡς ἐκ τούτου ἔχει τήν ἴδια ἰσχύ καί τό ἴδιο κύρος μέ τήν Ἁγία Γραφή. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα πρωταρχικό κομμάτι τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, πού καταγράφηκε καί παραδόθηκε στούς πιστούς. Γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματική πρακτική ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ἱερά Παράδοση εἶναι οἱ δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ νομίσματος, μέ τό ὁποῖο ὁ πιστός θά ἐξαγοράσει τόν Παράδεισο, θά κατακτήσει τή λύτρωση καί θ’ ἀπολαύσει τή θέωση, δηλ. τήν ἀέναη καί συνεχῶς αὐξανόμενη ἐξομοίωσή του μέ τό Θεό.

Ἡ Ἱερά Παράδοση βρίσκεται ἀποτυπωμένη στή ζωή τῶν ἁγίων. Στά λάθη, στή μετάνοιά τους, στά δράματα καί στίς χαρές τους, στόν ἀγώνα καί στά πνευματικά τους κατορθώματα. Βρίσκεται ἐπίσης ἀποτυπωμένη στά λόγια καί στά συγγράματά τους, καθώς ἐπίσης καί στίς ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καθώς καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων Συνόδων πού ἀναγνωρίστηκαν ὡς ὀρθόδοξες ἀπό τό πλήρωμα τῶν πιστῶν.

Ἡ Ἱερά Παράδοση ἔχει καί θά ἔχει πάντοτε δυναμικό χαρακτήρα, διότι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν θά σταματήσει ποτέ νά ὑπάρχει καί διότι πάντοτε ἡ Ἐκκλησία θά παράγει ἁγίους, θά ὁδηγεῖ δηλ. τούς ἀνθρώπους στή σωτηρία.

Μέσα στά πλαίσια λοιπόν τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ἐντάσσεται καί ἡ ὕπαρξη τῶν εἰκόνων. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἡ ἀποτύπωση τῆς θεϊκῆς πραγματικότητος. Σέ κάθε εἰκόνα ζωγραφίζεται ἡ δύναμη τοῦ Ἀγίου Πνεύματος. Κάθε εἰκόνα εἶναι ἕνα παράθυρο σέ μία ἄλλη πραγματικότητα, σέ μία ἄλλη διάσταση, σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο, στόν κόσμο τῆς θείας παρουσίας. Ἡ εἰκόνα γιά τήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἀπλῶς ἕνα ὄμορφο ἀντικείμενο. Εἶναι μία ζωντανή γλώσσα, πού μέ τούς δικούς της κανόνες, δηλ. μέ τό δικό της συντακτικό καί μέ τή δική της γραμματική, μᾶς ὁμιλεῖ καί μάλιστα πολύ καθαρά. Ἡ εἰκόνα μᾶς ὁμιλεῖ γιά τό Θεό καί μᾶς διευκολύνει νά ὁμιλήσουμε κι ἐμεῖς μαζί Του. Ἔτσι λοιπόν καθίσταται ἐργαλεῖο τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ἀπαραίτητο μέσα στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ὕμνοι, τόσο ἀπαραίτητο εἶναι καί οἱ εἰκόνες. Ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ζωντανό σῶμα, ἡ ὑμνολογία της δείχνει πώς τό σῶμα αὐτό ἔχει ἀκοή, τά κείμενα τῶν ὕμνων δείχνουν πώς ἔχει γλώσσα καί οἱ εἰκόνες δείχνουν πώς ἔχει ὅραση. Μία Ἐκκλησία χωρίς εἰκόνες εἶναι τυφλή, σάν ἕνα σῶμα χωρίς μάτια. Οἱ πατέρες ὑπερασπίστηκαν τίς εἰκόνες στήν Ἕβδομη Οἰκουμενική Σύνοδο, διότι θέλησαν νά διαφυλάξουν τήν Ἐκκλησία ἀπό μία ἀθεράπευτη πνευματική τύφλωση.

Ἡ ὕπαρξη τῶν εἰκόνων δέν εἶναι ἀνθρώπινη ἐπινόηση. Εἶναι θεία ἐπιταγή, πού ἀποτυπώνεται κατ’ ἀρχήν στήν Παλαιά Διαθήκη (στό 25ο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου) καί στή συνέχεια στήν Καινή Διαθήκη μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ εἰκόνες ἐπισφραγίζουν τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στή θεανθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ χρήση τους δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία πρακτική ἐφαρμογή τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος.

Αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό νά τό καταλάβουμε, διότι οἱ ἔριδες περί τῶν εἰκόνων, πού κράτησαν ἕνα σχεδόν αἰώνα (726 – 787μ.Χ. καί 815 – 843μ.Χ.), ἦταν οὐσιαστικά, ἐκτός ἀπό μία ἐνδοαυτοκρατορική σύγκρουση πολιτιστικῶν ρευμάτων, μία σφοδρότατη δογματική σύγκρουση μέ βάση τήν πίστη γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ περίοδος τῆς εἰκονομαχίας διδάσκει ἐπίσης πώς ἡ λανθασμένη κατανόηση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ μεγάλες περιπέτειες τήν Ἐκκλησία. Αὐτό τό μήνυμα εἶναι ἐξόχως σημαντικό γιά τίς ἡμέρες μας. Ζοῦμε σέ ἡμέρες κατά τίς ὁποῖες ὅλα τά παραδεδομένα θίγονται καί ἀμφισβητοῦνται.Σ’ ὅλους τούς χώρους τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς, ὑπάρχει ἡ τάση τῆς ἀλλαγῆς. Ὁ ἄνθρωπος, πρίν προλάβει νά ζήσει, ἀλλάζει. Γκρεμίζει καί ξαναχτίζει καί αὐτό τό ὀνομάζει «δημιουργία». Ἄν δέν ἔχει προβλήματα καί θέματα νά ἀντιμετωπίσει, τότε δημιουργεῖ μερικά, γιά νά ἔχει κάτι νά λύσει. Αὐτό συνέβη καί σ’ ἐκείνη τή δύσκολη φάση τῆς ἱστορίας μας. Ἄνθρωποι πού δέν μποροῦσαν νά ἔχουν τά σωστά βιώματα, λόγῳ τοῦ τρόπου ζωῆς τους, θέλησαν νά ἀποφανθοῦν πάνω σέ θέματα, πού γιά νά τά ἐκφράσεις πρέπει πρῶτα νά τά βιώσεις, ὅπως εἶναι τά δογματικά θέματα καί γενικότερα τά θέματα πίστεως.

Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία. Ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἄγευστος ἀπό τίς νοστιμιές τῆς πνευματικῆς ζωῆς κι ἔχει ἐγκλωβιστεῖ σ’ ἕναν τρόπο ζωῆς λογικοκρατούμενο, ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά ξεχωρίσει μέσα του τήν πνευματική ἐργασία ἀπό τή διανοητική, ἐκεῖνος πού ἐκτιμάει μόνον ὅ,τι καταλαβαίνει, δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει καί νά ἐκτιμήσει τήν ὀρθόδοξη εἰκόνα. Θεωρεῖ πώς ἡ εἰκόνα εἶναι ἄσχημη, διότι δέν συσχηματίζεται μέ τά σχήματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Βρίσκει τήν εἰκόνα περίεργη καί ἀποκρουστική, διότι δέν καταλαβαίνει βαθύτερα αὐτό πού βλέπει ἐπιφανειακά. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπάει τήν πνευματική τεμπελιά καί τή μασημένη τροφή προτιμάει ὅ,τι βλέπει νά τό κατανοεῖ ἀμέσως. Ἀνάμεσα στό εὔκολο καί τό ὠφέλιμο προτιμάει τό εὔκολο. Ὅ,τι τόν δυσκολεύει τό καταργεῖ ἤ τό καταστρέφει ἤ ἀφήνει τούς ἄλλους νά τό δουλέψουν καί νά τοῦ τό σερβίρουν, ὅταν θά εἶναι εὔκολο πλέον γι αὐτόν νά τό ἀφομοιώσει. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο περιέρχεται σέ μία πνευματική παχυσαρκία, σέ μία ἐσωτερική παχυλότητα, πού κρύβει πίσω της ἀμέτρητους κινδύνους.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα, ὅμως, δέν ἀπευθύνεται σέ τέτοιους ἀνθρώπους. Ἡ εἰκονογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀφορᾶ τούς γυμνασμένους πνευματικά. Ἀγγίζει ἐσωτερικά τόν ἄνθρωπο. Τό πέρασμα ἀπό τό μυαλό εἶναι φευγαλέο. Ὁ στόχος εἶναι ἡ καρδιά. Οἱ αἰσθήσεις καθώς καί ἡ λογική ἁπλῶς ἱκανοποιοῦνται γιά λίγο ἤ καί καθόλου. Δέν ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Σημασία ἔχει τό ζωγραφούμενον νά ἐκφράζει πνευματικά κατορθώματα καί νά προτρέπει τό θεατή του σέ ἀνάλογες πνευματικές ἐμπειρίες καί βιώματα ὑπερκόσμια καί ὑπέρλογα. Μέ μία πρώτη ματιά ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα δείχνει λίγα. Μέ μία προσεκτική μελέτη διδάσκει πολλά, θεολογεῖ, προτρέπει, ἐλευθερώνει, ἀνεβάζει, ἱκανοποιεῖ λίγο τά μάτια τοῦ σώματος καί πολύ τά μάτια τῆς ψυχῆς.

Ἀποτυπώνεται σά σφραγίδα ἀνεξίτηλη μέσα στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Δέν φεύγει ποτέ ἀπ’ ἐκεῖ. Ἀπό τή θέα της γεμίζει ἡ ψυχή καί δέν κουράζεται νά τήν προσκυνάει ξανά καί ξανά, ἀμέτρητες φορές καί κάθε φορά νά τῆς λέει καί κάτι καινούριο καί κάθε φορά, ἄν χρειάζεται νά παρηγοριέται, ἄν πρέπει νά ἐλέγχεται, ἄν θέλει νά οἰκοδομεῖται. Ἡ εἰκόνα ἀγγίζει τήν ἀνθρώπινη ψυχή, ἐπειδή ἡ ψυχή ἔχει μέσα της ἤδη ὅλ’ αὐτά πού εἶναι ζωγραφισμένα πάνω στήν εἰκόνα. Αὐτό πού ἀποτυπώνει ὁ ἁγιογράφος μέ χρώματα καί πινελιές στό παρόν πάνω στό ξύλο, τό ἀποτύπωσε ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μέ τή ζωοφόρο πνοή του μέσα στήν ἀνθρώπινη ψυχή πρίν ἀπό αἰῶνες, τή στιγμή πού τήν ἔπλασε.

Ἀφοῦ λοιπόν εἴδαμε ἐπί τροχάδην τή σχέση τῆς εἰκονογραφίας μέ τό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου, ἄς ἔλθουμε τώρα στήν δεύτερη ἑνότητα τοῦ θέματός μας, πού εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἔκφραση «εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου» σημαίνει κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου σήμερα εἶναι χειρότερη ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή. Ταιριάζει ἀπόλυτα σήμερα νά ἀναφωνήσουμε μαζί μέ τόν ψαλμωδό τό: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὁμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48, 21). Δέν εἶναι δυστυχῶς προσβλητικό πλέον γιά τόν ἄνθρωπο νά συγκρίνεται μέ τά κτήνη. Πολλές φορές μάλιστα ὁ ἴδιος ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καυχᾶται γιά τό γεγονός πώς οἱ δικές του ἐνέργειες ὑπερβαίνουν σέ πονηριά, σέ βιαιότητα, σέ αἰσχρότητα, σέ ὀμότητα καί ἀγριότητα τίς πράξεις τῶν κτηνῶν. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου σήμερα εἶναι μία εἰκόνα ἀπόλυτα καταθλιπτική, γεμάτη σκιές καί βρωμιές.

Ἡ κατάσταση τοῦ πλέον τιμημένου πλάσματος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ἀπόλυτης ἀτιμίας. Ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαργυρία καί ἡ φιληδονία κυβερνοῦν καί κατευθύνουν κάθε σκέψη καί πράξη στή σύγχρονη πραγματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος γαντζώνεται ἀπό τή ζωή καί γεύεται τό θάνατο. Ἀναζητάει τό φῶς καί ἀνάβει πολλά ψεύτικα φῶτα γύρω του, ἀλλά βυθίζεται στό σκοτάδι. Ἐκλιπαρεῖ γιά λίγη χαρά καί εἰσπράττει πίκρα καί ἀπελπισία. Ἐπιθυμεῖ καί κυνηγάει τήν ἀγάπη καί γνωρίζει μόνο τό μῖσος καί τή μοναξιά.

Ἀλλά μήπως καί ἡ εἰκόνα τῶν πιστῶν εἶναι καλύτερη σήμερα; Ἡ ἐναργέστερη καί καθαρότερη περιγραφή τῶν πιστῶν τῆς ἐποχῆς μας βρίσκεται στά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο: «Τοῦτο δέ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροί χαλεποί∙ ἔσονται γάρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἤ φιλόθεοι, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τήν δέ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» (Τιμ. 3, 1-5). Αὐτή μάλιστα ἡ μόρφωση τῆς εὐσεβείας καί ἡ ἐπίμονη ἄρνηση τῆς δυνάμεώς της καθιστᾶ τούς σημερινούς πιστούς ἐντελῶς ἀναπολόγητους. Εὐλαβοῦνται τά ἱερά λείψανα καί τιμοῦν τίς εἰκόνες, ἀλλά δέν φωτίζονται ἀπό τό νόημά τους οὔτε ἀκολουθοῦν ἐμπράκτως τό παράδειγμα τῶν μορφῶν πού εἶναι ἀποτυπωμένες πάνω σ’ αὐτές. Ἀμαύρωσαν καί ἀλλοίωσαν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα τους, ἀλλά προσπαθοῦν ἐπιμελῶς νά δείξουν ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ὁμιλοῦν γιά ἄκτιστο φῶς, γιά θέωση, γιά ἱεραποστολική δράση, γιά φιλανθρωπία, γιά λατρεία, γιά ἑνότητα καί ὑπακοή καί γιά πολλά ἀκόμη ὄμορφα καί συγκινητικά, ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν τό πιστεύουν ἀληθινά, οὔτε καί τό βιώνουν.

Σ’ αὐτή τήν τραγική εἰκόνα, πού παρουσιάζει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος καί ὁ σύγχρονος πιστός, ἀξίζει νά σταθοῦμε περισσότερο. Στά πλαίσια τῶν ὁραμάτων πού ἔχουμε ὅλοι μας, ὄχι μόνον νά μείνουμε πιστά παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί νά ἐργασθοῦμε φιλότιμα γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καί τή δόξα Του, εἶναι ἀνάγκη νά κατανοήσουμε τήν ἔννοια τῆς εἰκόνος σ’ ὅλες τίς διαστάσεις της. Κατ’ ἀρχήν νά εὐχαριστήσουμε καί νά δοξολογήσουμε τόν Ἅγιο Θεό, πού μᾶς ἔπλασε κατά τό δικό του πρότυπο καί στήν ψυχή μας ἔβαλε τή δική Του σφραγίδα.

Νά συναισθανθοῦμε τή μοναδικότητά μας καί τήν ἀπορρέουσα εὐθύνη μας ὄχι μόνον νά διαφυλάξουμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας καθαρή καί ἀλώβητη ἀπό κάθε μολυσμό, ἀλλά καί νά τή λαμπρύνουμε μέ τά ἔργα τῆς ἀρετῆς καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἔτσι ὥστε νά ὁμοιάζει κάθε ἡμέρα ὅλο και περισσότερο στό ἀρχέτυπό της. Νά τιμοῦμε καί νά σεβόμαστε τίς ἱερές εἰκόνες τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας, διότι εἶναι τά συνοπτικότερα ἐγχειρίδια τῆς δογματικῆς της διδασκαλίας καί τά πολυτιμότερα θησαυροφυλάκια τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀμέτρητων θεϊκῶν εὐλογιῶν.

Σεβασμιώτατε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.

Στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας μου ἐτόνισα ὅτι ἡ ἐκκλησία μας λάμπει σήμερα ὄχι μόνον μὲ τὴν λάμψη τῶν ἁγίων εἰκόνων τῆς ἀλλά καὶ τὴν φαιδρότητα τῶν δογμάτων της. Tό μεγάλο ἔργο τῆς διαφύλαξης τῶν δογμάτων καὶ τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθόδοξης πίστης ἡ Ἐκκλησία μας τὸ ἔχει ἀναθέσει σὲ ἐμᾶς τοὺς κληρικούς  καὶ μάλιστα στον ἐπίσκοπο. Ὁ ἐπίσκοπος κατὰ τή χειροτονία του ὁμολογεῖ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, χειροτονεῖται δὲ ἀκριβῶς πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων τῆς λειτουργίας γιά νά τονιστεῖ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ εὐθύνη του νά ὀρθοτομεῖ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας κατὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ κήρυγμα ὅμως αὐτὸ εἶχε, ἔχει, καὶ θὰ ἔχει πάντοτε ἀνταγωνιστὲς καὶ ἀντιπάλους. Οἱ κίνδυνοι πού ἀπειλοῦν σήμερα τὴν ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι πολλοὶ καὶ ὁρατοί.

Στίς μέρες μας ζοῦμε τὴν τραγωδία τῆς διηρημένης χριστιανοσύνης. Οἱ προκλήσεις τῆς πολυπολιτισμικότητας, τῆς ἐκκοσμίκευσης, καὶ τῆς ἀθεΐας σημαδεύουν τὴν καθημερινότητά μας. Ἡ εἰδωλοποίηση τῆς δύναμης καὶ τοῦ πλούτου ἀπειλοῦν νά μᾶς παραλύσουν. Νέα Εὐαγγέλια, ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς φιλοσοφίας, τῆς ψυχολογίας, τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, τῆς πολιτικῆς θεωρίας, καὶ τῆς τέχνης προσπαθοῦν νά ἐκτοπίσουν τὴν πίστη ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νά τοποθετήσουν τὴν Ἐκκλησία στό περιθώριο. Τὰ ψεύδη, ἐπαναλαμβανόμενα ἀπὸ χιλιάδες στόματα, ἐμφανίζονται, σχεδὸν αὐτονόητα, ὡς ἀλήθειες. Τὴν ἴδια στιγμή, ἡ ἀλήθεια πολλὲς φορὲς σιωπᾶ, ἐλλείψει μαρτύρων ἱκανῶν καὶ προθύμων νά τὴν ὑπερασπιστοῦν καὶ νά τὴν ὁμολογήσουν. Ἡ εὐθύνη τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεως εἶναι σήμερα τόσο ἐπίκαιρη ὅσο ποτέ.

Ἡ μαρτυρία ὅμως αὐτὴ θὰ πρέπει νά δίνεται στήν ἐποχὴ μας μετὰ λόγου γνώσεως. Ἡ ἐποχὴ τῶν αὐτονοήτων καὶ τῆς συνθηματολογίας, ἡ ἐποχὴ τῶν εὐκόλων λύσεων κατὰ τὴν ὁποία ἀρκοῦσε ἁπλῶς καὶ μόνο ἡ ἐπίκληση τῆς αὐθεντίας καὶ τῆς παράδοσης, ἔχει παρέλθει. Ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως σήμερα δεν ἔχει συνήθως ἀνάγκη ἀπὸ θορύβους καὶ συγκρούσεις, ὑψηλοὺς τόνους, ἀμυντισμό, καὶ φανατισμούς. Πολλὲς φορὲς ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικότερη ὅταν ἐκφράζεται μὲ τὴν ἤρεμη καὶ εἰρηνικὴ αὐτοπεποίθηση ὅσων πραγματικὰ πιστεύουν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ μόνος λόγος που ἀξίζει να ἀκούγεται.

Ἡ μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ λόγου δεν εἶναι πάντοτε ὑπόθεση ἁπλή. Προϋποθέτει, ἰδίως ἐκ μέρους τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ἐπίπονη καὶ μακρὰ μαθητεία στίς πηγὲς τῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ γνώση τῶν ἀντιζήλων «εὐαγγέλιων» ποὺ τὴν παρερμηνεύουν ἣ τὴν ἀρνοῦνται, οὕτως ὥστε νά εἶναι δυνατὴ ἡ ἀντικρούσή τους. Προϋποθέτει τέλος τὴν ἀναθέρμανση τῆς πνευματικῆς καὶ ἐκκκλησιαστικὴς μας ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Ὀρθοδοξία δεν θὰ ἀποτελεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο καύχημα καὶ μουσειακὸ θησαυρὸ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ζωῆς για τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακράν, για τὸ σήμερα καὶ ὁ αὔριο.

Σεβασμιώτατε, αὐτές τίς ἡμέρες συνεπληρώσατε τριετῆ Διακονία στό Πηδαλιο τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας. Καὶ δίδετε τὴν μαρτυρία τῆς αὐθεντίας τῆς πίστεως μὲ ἕναν τρόπο ὑποδειγματικό καὶ ἀποτελεσματικό. Σᾶς εὐχόμαστε ταπεινὰ καὶ προσευχόμαστε στόν Κύριό μας νά Σᾶς δίδῃ ὑγεία κατ΄ ἄμφω, οὕτως ὥστε νά ποιμένετε τὸν ἐκλεκτό αὐτὸ λαό γιά πολλά-πολλὰ χρόνια.

Πηγές καί βοηθήματα:

Ἔρως Ὀρθοδοξίας κ.λ.π., Π.Β.Πάσχος, Ἀθῆναι 2006

Τριώδιον Κατανυκτικόν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, Ἐκδ. Ἀπ. Διακονίας τῆς Ε.Ε 1993

Διάλογος περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, ΕΠΕ τ.1.

Ἡ Εἰκόνα, λίγα λόγια γιά τη δογματική ἔννοιά της, Λεωνίδα Οὐσπένσκη, Μετάφραση Φώτη Κόντογλου, ἔκδ. γ΄, Ἀθῆναι 1991

Ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στήν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, Πρωτ. Δημήτριος Κατούνης, (εἰσήγηση-συζήτηση) Βόλος, 2011

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, Ὁμιλία π. Δημητρίου Μπαθρέλλου

Ἡ Καινή Διαθήκη, μέ σύντομη ἑρμηνεία, Παν. Ν.Τρεμπέλα, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 2011.

Πνευματικός οδηγός Μεγάλης Εβδομάδας