Mitropolitkos Naos Athinon Ksenagisi

Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών

Ο Ναός Βρίσκεται στην πλατεία Μητροπόλεως, λίγο πιο κάτω από την πλατεία Συντάγματος, και είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Εξωτερικά φέρει στοιχεία διαφόρων ρυθμών και έχει τρούλο, ενώ εσωτερικά αποτελεί τρίκλιτη βασιλική. Ως προς την ιστορία σημειώνουμε ότι αρχικά, με διάταγμα της 3/15 Απριλίου 1838, προβλεπόταν να ανεγερθεί στην τότε πλα­τεία Όθωνος (σήμερα Ομονοίας) Ναός του Σωτήρος «ὡς ἐθνικόν τῷ ὄντι μνημεῖον, ἐκφράζον τήν πρός τόν Ὕψιστον εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους», για την απελευθέρωσή του από τόν τουρκικό ζυγό. Λόγω της αδυναμίας όμως του Δημοσίου Ταμείου να καλύψει τήν απαιτούμενη δαπάνη και των πενι­χρών εσόδων από σχετικό έρανο, με νέο διάταγμα της 15 Απριλίου/7 Μαΐου 1842, αποφασίσθηκε ο Ναός να κτισθεί όχι στην πλατεία Όθωνος, αλλά σε οικόπεδο της οδού Πανεπιστημίου 24, όπου σήμερα ο Καθολικός Ναός του Αγίου Διονυσίου, σε σχέδια που είχε εκπονήσει ο Θεόφιλος Χάνσεν και τα οποία πρόβλεπαν την ανέγερση Ναού με στοιχεία γοτθικού, ρωμανικού και  αναγεννησιακού ρυθμού. Αλλά και η απόφαση αυτή άλλαξε˙ με διάταγμα της 20 Νοεμβρίου/2 Δεκεμβρίου 1842 προκρίθηκε τελικά ο σημερινός χώρος. Αφού κατεδαφίσθηκαν τα εκεί υπάρχοντα κτήρια ή ερείπια κτισμάτων (Εκκλησίες κ.λπ.), στις 25 Δεκεμβρίου 1862 έγινε η θεμελίωσή του, πλήν όμως οι εργασίες ολοκληρώθηκαν τό 1858, με ενδιάμεσες, για οικονομικούς λό­γους, διακοπές. Το 1853 ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Ζέζος αναθεώρησε ριζικά τα σχέδια του Χάνσεν και σχεδίασε Ναό σε «ελληνοβυζαντινό ρυθμό» (από τά σχέδια του Χάνσεν απέμεινε μονάχα το πρόπυλο). Το 1855, λόγω θανάτου του Ζέζου, τήν εποπτεία του έργου ανέλαβαν κατά σειράν οι Παναγιώτης Κάλκος και Φρανσουά Μπουλανζέ, που έδωσαν στο κτίσμα τη σημερινή του μορφή. Τό 1859 ο Σπ. Γιαλινάς αγιογράφησε τις πρώτες εικόνες του τέμπλου και σχεδίασε τις νωπογραφίες του, τις οποίες εξετέλεσε (1862) ο Βαυαρός Αλέξανδρος Μαξιμιλιανός Ζέιτς, ενώ η διακόσμηση είναι έργο του Κων. Φανέλλη και τα γλυ­πτά αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα κιονόκρανα καί (αργότερα) ή λάρνακα του Αγίου Γρηγορίου του Ε’ του Γεωργίου Φυτάλη. Η όλη δαπάνη ανήλθε στό ποσό των 800.000 δραχμών, από τις οποίες το ήμισυ προήλθε από την πώλη­ση εκκλησιαστικών οικοπέδων, 80.000 από τόν Δήμο Αθηναίων, 10.000 από τον Γεώργιο Σίνα, 86.000 από τον γυιό του Σίμωνα Σίνα και τα υπόλοιπα από τους πιστούς. Τα εγκαίνια έγιναν στίς 21 Μαΐου 1862 από τόν μητροπολίτη Αθηνών Μισαήλ Αποστολίδη και Συνοδικούς αρχιερείς. Δυστυχώς, λόγω της φύσεως του υπεδάφους και των γενομένων σεισμών στα τέλη του 19ου αι.,  το 1981 και το 1999, κατά καιρούς η Εκκλησία παρουσίασε πολλά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς και μετά από την πλήρη αποκατάστασή του ο Ναός περίλαμπρος υποδέχεται, καθημερινά τους εκατοντάδες προσκυνητές Του. Ο περίλαμπρος αυτός Ιερός Ναός είναι συνδεδεμένος με όλα τα κορυφαία ιστορικά γεγονότα τού Ελληνικού έθνους και σε αυτόν τελούνται και οι επίσημες τελετές˙ επίσης αποτελεί και την «καθέδρα» του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Η Είσοδος του Ναού

Κόσμημα του Ναού αποτελούν οι είσοδοί του. Η δυτική είσοδος τονίζεται από την τοξοστοιχία που στηρίζεται σε δύο διπλούς μαρμάρινους κίονες και αντίστοιχες διπλές παραστάδες. Τα κιονόκρανα είναι παρόμοιας μορφής με αυτά των εσωτερικών κιόνων και είναι πλουσιότατα σε διακόσμηση. Τα τόξα έχουν τριμερή διάταξη με στενή ταινία στο άνω μέρος και πλατύτερη στο κάτω. Η τελευταία φέρει ανάγλυφα ανθέμια σε κανονικές αποστάσεις. Πάνω από την τοξοστοιχία υπάρχει μεγάλη ψηφιδωτή παράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, έργο της Έλλης Βοΐλα (Σπουδαία ψηφιδογράφος-ζωγράφος, 1908-1989)

Εικόνα Ιησού Χριστού

Μέσα σε ανάγλυφο μαρμάρινο προσκυνητάρι, έργο του γλύπτη Στρατή Φιλιππότη (1996), είναι τοποθετημένη η εικόνα του Ιησού Χριστού. Αφιερώθηκε στο Ναό ως ευχαριστία της πόλεως των Αθηνών προς τον Χριστό για την απελευθέρωσή της  από την Γερμανική κατοχή της (1944). Η δωρεά πραγματοποιήθηκε από τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ορθοδόξων “Παναγία Ελευθερώτρια” επί προεδρίας του αγιογράφου Αντωνίου Στανίτσα το έτος 1962, ο οποίος φιλοτέχνησε και την εικόνα.

Παναγία Ελευθερώτρια

Στο ανάγλυφο μαρμάρινο προσκυνητάρι, έργο και αυτό του γλύπτη Στρατή Φιλιππότη (1996), είναι τοποθετημένη η εικόνα της Παναγίας Ελευθερώτριας, δωρεά των αδελφών Αντωνίου και Λεωνίδου Στανίτσα εν έτει 1948. Είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας τους, και αποτελεί δέηση υπέρ της ευημερίας του Έθνους, των ενόπλων δυνάμεων αυτού και των αλυτρώτων Ελλήνων.

Λάρνακα της Αγίας Φιλοθέης

Στο Κειμηλιοφυλάκιο του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών, φυλάσσονται κειμήλια και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής αξίας και σπουδαίας τέχνης. Ωστόσο, στον κυρίως Ναό θησαυρίζονται και τα ιερά λείψανα δύο μαρτύρων της Ορθοδοξίας, της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας και του αγίου Γρηγορίου Ε’, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Η αγία Φιλοθέη, η οποία υπήρξε γόνος της εύπορης οικογένειας των Μπενιζέλων και των Παλαιολόγων, μαρτύρησε από τους Τούρκους το 1589, λόγω του “επαναστατικού” για τα δεδομένα της εποχής κοινωνικού έργου της. Η παλαιά, λιτή λειψανοθήκη της βρισκόταν στη Μητρόπολη ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της και αντικαταστάθηκε πρόσφατα από αργυρή, επιχρυσωμένη με ημιπολύτιμους λίθους λάρνακα (διαστάσεων 1,25 μήκος-0,55 πλάτος-0,80 ύψος), και βρίσκεται στο βόρειο κεντρικό μέρος του Ναού. Κατασκευάσθηκε το 2005 από το Εργαστήριο πολυτίμων μετάλλων Γεωργίου Σαμούρη και επί Προεδρίας του Πρωτοπρεσβυτέρου Θωμά Συνοδινού-τότε Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και προϊσταμένου του Καθεδρικού Ναού- κατόπιν δωρεάς της ευεργέτιδος του Ναού, αειμνήστου Αναστασίας Γ. Βράκα.

Μάλιστα, όταν πριν από  χρόνια (2006) ανοίχθηκε η ξύλινη λάρνακα προκειμένου να τοποθετηθούν τα λείψανα στη νέα  λάρνακα, με έκπληξη διαπιστώθηκε ότι εκτός από τα τίμια λείψανα υπήρχαν μια εικόνα του 16ου αιώνα, δύο ξυλόγλυπτοι σταυροί- ο ένας πιθανότατα ο ηγουμενικός σταυρός της Αγίας- καθώς και μία πυξίδα (κυτίο) στην οποία, μετά τον θάνατο της, όταν μυροβόλησε, συνέλεξαν μύρο και το φύλαξαν σε αυτό. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα στη λάρνακα.

Λάρνακα του  Αγίου Γρηγορίου Ε’

Προς το νότιο και κεντρικό μέρος του Ναού υπάρχει η μαρμαρόγλυφη λάρνακα, έργο του σπουδαίου γλύπτη Γεωργίου Φυτάλη, στην οποία φυλάσσεται ολόσωμο το ιερό Λείψανο του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Γρηγορίου τού Ε’ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Εθνοϊερομάρτυς Γρηγόριος Ε’ απηγχονίσθη στις 10 Απριλίου 1821 στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς, ως απάντηση για τον ξεσηκωμό του Γένους, και το σώμα του ερρίφθη στα νερά του Βοσπόρου. Aπό εκεί το συνέλεξε ο Έλληνας πλοίαρχος Νικόλαος Σκλάβος και το μετέφερε στην Οδησσό της Ρωσίας, όπου ετάφη στον Ελληνικό Ναό της Αγίας Τριάδος. Το σκήνωμά  του φυλάχθηκε στην Οδησσό έως το 1871, έως ότου με την ευκαιρία της 50ετηρίδας της Ελληνικής Επαναστάσεως, μεταφέρθηκε με τιμές στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό, επί Μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου.

Παναγία Μυρτιδιώτισσα

MurtidiwtissaΗ Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, αντίγραφο της Εικόνας της Μυρτιδιωτίσσης των Κυθήρων, αποτελεί αφιέρωμα των εν Αθήναις Κυθηρίων, εν έτει 1860.

Εικόνες Χριστού και Παναγίας

Ksenagisi XristosΔύο εικόνες συνδεδεμένες με ιστορικά γεγονότα, είναι τοποθετημένες δεξιά και αριστερά περί το μέσον του Ναού, οι οποίες φέρουν τα «αποτυπώματα» που άφησαν οι πυροβολισμοί κατά τα επεισόδια των «Ευαγγελικών» εντός του Ναού. Πρόκειται για δύο ελαιογραφίες που απεικονίζουν τον Χριστό και την Παναγία.

«Ευαγγελικά» χαρακτηρίζονται τα αιματηρά επεισόδια που ξέσπασαν στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 1901, με αφορμή τη δημοσίευση στην εφημερίδα “Ακρόπολις” των Ευαγγελίων μεταφρασμένων στη δημοτική γλώσσα, από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Η ιστορική αξία των εικόνων έγκειται στο γεγονός ότι επί της δεξιάς χειρός του Χριστού εμφαίνεται ευμεγέθης οπή, προξενηθείσα από πιστόλι ευέξαπτου πιστού την στιγμή κατά την οποία ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Προκόπιος προσπαθούσε να καθησυχάσει και ειρηνεύσει τους πιστούς που αντιδρούσαν εντός του Ναού για την μετάφραση των Ευαγγελίων.

Αργυρή εικόνα
«Ευαγγελισμού της Θεοτόκου»

Η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι αγιογραφία σε μουσαμά και έχει αργυρή επένδυση. Υπάρχει επιγραφή, η οποία μας δίδει τα ιστορικά της στοιχεία της επενδύσεώς της. «Δημιουργία ἐν ἔτει σωτηρίῳ  1899, ἐπί Προκοπίου Β’ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, Δημάρχου Λάμπρου Καλλιφρονᾶ, ἀναλώμασι τοῦ Ναοῦ καί ἐπιμελείᾳ τῶν ἐπιτρόπων Ἀκλιβιάδου Καμπᾶ καί Κωνσταντίνου Γκινάκα». Η αργυρή επένδυση έγινε από τον Ι. Νικητόπουλο, εν έτει 1899.

Αργυρή εικόνα της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου»

Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι αγιογραφία σε μουσαμά και έχει αργυρή επένδυση. Υπάρχει επιγραφή, η οποία μας δίδει τα ιστορικά στοιχεία της επενδύσεώς της: « Δημιουργία ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1901, ἐπί Προκοπίου Β’  Μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Δημάρχου Σπύρου Μερκούρη, ἀναλώμασι τοῦ Ναοῦ καί ἐπιμελείᾳ τῶν ἐπιτρόπων Ἀκλιβιάδου Καμπᾶ, Κωνσταντίνου Γκινάκα, Γεωργίου Παπασπυροπούλου καί Γεωργίου Διαμέση».  Η αργυρή επένδυση έγινε από τον Ι.Νικητόπουλο, εν έτει 1901.

Το Ιερό Τέμπλο

TemploΤο Ιερό Βήμα χωρίζεται από τον κυρίως Ναό με υψηλό κτιστό τέμπλο, επενδεδυμένο με μάρμαρο εξαιρετικής ποιότητας, όπως και όλος ο γλυπτός διάκοσμος του Ναού. Στο κέντρο δεσπόζει η Ωραία Πύλη σε εξοχή. Πλαισιώνεται α­πό μαρμάρινους κιονίσκους, πράσινου τηνιακού μαρμάρου, που στηρίζουν πολ­λαπλά τόξα τραβηχτά στο επίχρισμα. Πάνω από αυτά, υπάρχει τριπλό επάλ­ληλο αέτωμα που καταλήγει σε «ακροκέραμα». Εκατέρωθεν της Ωραίας Πύ­λης σχηματίζονται από δύο διπλά τόξα σε υψηλό βάθρο, στηριγμένα σε κιονί­σκους από πράσινο μάρμαρο, ενώ τέσσερεις ορθογωνικής διατομής παραστάδες από κόκκινο μάρμαρο Καπανδριτίου πλαισιώνουν τη σύνθεση. Πάνω από αυτά αναπτύσσεται επιστύλιο, στο οποίο υπάρχουν ένθετα κυκλικά στηθάρια Αγίων. Η σύνθεση του τέμπλου κλείνει με μεγάλου πλάτους επιστύλιο από σειρά τοξυλλίων με το δωδεκάορτο, στηριγμένων σε κιονίσκους από πράσινο μάρμαρο. Στο κέντρο, πάνω από την Ωραία Πύλη, δεσπόζει υπερυψωμένη σύνθεση με τό­ξο, στηριγμένο σε διπλούς κιονίσκους από κόκκινο μάρμαρο και αετωματική κατάληξη που πλαισιώνει τον Μυστικό Δείπνο. Παρόμοιας μορφής είναι και τα τέμπλα των παραβημάτων, αλλά σε πιο περιορισμένη σύνθεση και χαμηλότε­ρου ύψους. Τα τόξα των θυρών στηρίζουν κιονίσκοι από πράσινο μάρμαρο, ενώ το επιστύλιο κοσμείται με στηθάρια Αγίων. Στο πίσω μέρος του τέμπλου, που έχει πάχος ενός μέτρου, υπάρχουν αποθηκευτικοί χώροι.

Οι εικόνες του τέμπλου είναι του Γερμανού ζωγράφου Alexander Maximilian Seitz και του Σπ. Γιαλλινά.

Τμήμα Αλύσεως του Απόστολου Παύλου
(εντός Κυρίως Ναού)

Το ιερό κειμήλιο τμήματος της τιμίας Αλύσεως του Αγίου Αποστόλου Παύλου, εδωρήθη στον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρό Χριστόδουλο υπό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, κατά τον Δεκέμβριο του 2006, και έκτοτε εφυλάσσετο στο Κειμηλιοφυλάκιο του Μητροπολιτικού Ναού. Μετά την περάτωση των εργασιών αποκαταστάσεως αποφασίσθηκε ομόφωνα από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ναού η κατασκευή ενός βάθρου, εκ μαρμάρου Διονύσου, αρίστης ποιότητας (διαστάσεων 0,90-0,66-0,53) επί του οποίου τοποθετήθηκε το εντός ειδικής αλαβάστρινης θήκης ιερό κειμήλιο. Το βάθρο σχεδιάσθηκε από τόν Αρχιτέκτονα κ. Κλήμη Ασλανίδη για να προσιδιάζει στον χώρο του Ναού και τα συναφή γλυπτά. Η κατασκευή του ανετέθη στον γλύπτη Μιχαήλ Βιδάλη, με την εποπτεία του Καθηγητού Πραξιτέλους Τζανουλίνου.

Ιερά Λάβαρα

Πολύχρωμες μεταξωτές, χρυσές και αργυρές κλωστές επί μεταξωτού βελούδου, διαστάσεων 0,73 Χ 1,80 μ. Κεντητικά εργαστήρια Μόσχας, μέσα 19ου αι.

Τρίγλωσση κεντητή εικονοσημαία εικονίζουσα εντός μεταλλίων στην Α΄ όψη τον Άγιο Νικόλαο και στην Β΄ όψη την παράσταση της Αναστάσεως του Κυρίου, πλουσίως κεντημένες με λεπτότατες χρυσοαργυροΰφαντες κλωστές επί κυανού μεταξωτού βελούδου, περιβαλλόμενα εκ πυκνού και βαρυτίμου διακόσμου. Το λάβαρο αποτελεί ζεύγος μετά του παραπλεύρως εκτεθειμένου και είναι έξοχα δείγματα της ρωσσικής εκκλησιαστικής κεντητικής τέχνης, ειδικώς κατασκευασμένα για την ελληνική αγορά, όπως μαρτυρεί η χρήση του κυανού βελούδου (ελληνικού εθνικού χρώματος), αντί του συνήθως χρησιμοποιουμένου ερυθρού. Η χρήση κατειργασμένου αναγλύφου χαρτοπολτού ως βάση για το κέντημα προσδίδει μοναδική τρισδιάστατη εντύπωση και όγκο στις απεικονίσεις των παραστάσεων. Ανήκει στα κτιτορικά κειμήλια του Καθεδρικού Ιερού Ναού Αθηνών.

Σταυρός και εξαπτέρυγα Λιτανείας

EksapterigaΕξαίρετο δείγμα ρωσσικής αργυροτεχνίας. Ο Τίμιος Σταυρός διαστάσεων 0,80 Χ 0,49 είναι ξύλινος αμφιπροσώπως ζωγραφισμένος, με την παράσταση της Σταυρώσεως, του Σαβαώθ επί της Α΄ όψεως και των συμβόλων του πάθους επί της Β΄ όψεως. Είναι επενδυμένος με επίχρυση ορειχάλκινη επένδυση. Τα εξαπτέρυγα αποτελούνται από μεγάλες κυκλικές εικόνες εκ σμάλτου μετά περιτέχνου μεταλλικού ακτινωτού διακόσμου.

Εικόνα Αγίας Φιλοθέης

Agia FilotheiΑγιογραφία επί ξύλου. Διαστάσεις 0,85 Χ 0,56.

Εικονίζει την Αγία Φιλοθέη όρθια, ενδεδυμένη το μοναχικό σχήμα, κρατούσα με το δεξί της χέρι όρθιο τον Τίμιο Σταυρό και και με το αριστερό ειλητάριο ανεπτυγμένο, την ηγουμενική  βακτηρία και το κομβοσχοίνι. Η όλη παράσταση της Αγίας είναι ζωγραφισμένη εντός ελλειψοειδούς περιθωρίου διακοσμημένου με φυτικές παραστάσεις κατά τα άκρα. Εκ της επιγραφής «Ἐν ἔτει ἀπό Χριστοῦ αψγ΄ – (1703)» συμπεραίνουμε ότι είναι η αρχαιότερη φορητή εικόνα του Ναού.

Αρχιερατικός Θρόνος

Dsc 0048Ο Αρχιερατικός θρόνος είναι ξυλόγλυπτος, κεχρυσωμένος, στιλβωτός, επικεχρωματισμένος. Ύψος: 3,60 μ. Πλάτος: 1,03 μ. Βάθος: 1,20 μ. Κίονες: ύψος 1,06 μ. Διάμετρος 0,18 εκ. Ύψος καθίσματος: 1,13 μ. Πλάτος: 0,70 εκ. Βάθος: 1,10 μ. Εικόνα: Ύψος 1,05 μ. Πλάτος 0,65 εκ. Ανεπίγραφος. Στη βάση του φέρει δύο γλυπτούς λέοντες και στην επίστεψη τέσσερεις ολόγλυφους αγγέλους, φυτικά κοσμήματα και σταυρό εδραζόμενο σε σφαίρες. Στα πλάγια μέρη φέρει θωράκια μετά σταυρών. Την οροφή του στηρίζουν δύο κίονες με ανάγλυφη κεχρυσωμένη κληματίδα, φέροντες κορινθιακά κιονόκρανα. Η εικόνα του Μεγάλου Αρχιερέα είναι ελαιογραφία κλασσικής τέχνης.

Ιερός Άμβωνας

AmvwnasΤο γλυπτό είναι έργο του Τηνίου καλλιτέχνη Γεωργίου Φυτάλη (1830-1901). Η αρχική του θέση ήταν κατά ένα μέτρο υψηλότερα. Στη δεκαετία του 1960 επί Αρχιερατείας Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (Χατζησταύρου) (1880-1968) ο άμβωνας για πρακτικούς λὀγους τοποθετήθηκε στη σημερινή του θέση.

Mitropolitikos Agios Eleftherios Panagia Gorgoepikoos

Άγιος Ελευθέριος (Παναγία Γοργοεπήκοος)

Βρίσκεται στην πλατεία Μητροπόλεως, κοντά στη νότια πλευρά του Καθεδρικού Ιερού Ναού του Ευαγγελισμού. Είναι κομψό κτίσμα του 11ου η 12ου αι., ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του αθηναϊκού τύπου του ημισύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου Ναού, και έχει κτισθεί επάνω στον αρχαίο Ναό της θεάς του τοκετού, της Ειλειθυίας. Το 1833, λόγω των φθορών που είχαν υποστεί οι κίονες, αντικαταστάθηκαν από λεπτούς (κτιστούς) πεσσούς. Οι τοίχοι έχουν κτισθεί με ισοδομικούς μαρμαρίνους δόμους που προέρχονται από αρχαία μνημεία, ενώ στα ανώτερα μέρη της οικοδομής έχουν χρησιμοποιηθεί και ενενήντα αρχαιοελληνικά, ρωμαϊκά, παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά ανάγλυφα. Τα θωράκια με τις ανάγλυφες παραστάσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί έχουν εντοιχισθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια εντυπωσιακή ζωφόρο, που περιτρέχει όλες τις πλευρές τού κτίσματος. Χαρακτηριστική είναι η ανάγλυφη παράσταση που υπάρχει στη δυτική πρόσοψη του Ναού και εξεικονίζει το αττικό ημερολόγιο, δηλαδή εικονίζονται με ανθρώπινες μορφές και τις ασχολίες τους οι εποχές του έτους. Ο τρούλος ξεχωρίζει για τη ραδινότητά του και έχει κτισθεί σύμφωνα με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Ο νάρθηκας είναι τριμερής. Στο παρελθόν είχε προστεθεί και καμπαναριό, το οποίο κατεδαφίσθηκε το 1836. Ο προαύλιος χώρος της Εκκλησίας, παλαιά, που δεν υπήρχαν οργανωμένα νεκροταφεία, χρησίμευε και ως κοιμητήριο των αρχοντικών οικογενειών Μπενιζέλου-Παλαιολόγου. Μάλιστα στα τέλη του περασμένου αιώνα απεμακρύνθησαν από τον τόπο και οι τελευταίες ταφόπλακες. Από τον 18ο αι. ως την Επανάσταση, η Εκκλησία ήταν ο ευκτήριος οίκος (όχι ο Καθεδρικός Ναός) του μητροπολιτικού οίκου, που υπήρχε εκεί κοντά. Παλαιά η Εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Γοργοεπήκοο (ή Γοργοπήκο κατά το τότε αθηναϊκό γλωσσικό ιδίωμα), που σημαίνει τη Θεοτόκο που γρήγορα και αποτελεσματικά ακούει τις προσευχές των πιστών. Μετά την Απελευθέρωση και από το 1839 ως το 1862, η Εκκλησία στέγασε τη Βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας. Το 1861, με πρόταση της βασιλίσσης Αμαλίας, ονομάσθηκε Άγιος Σώζων, επειδή το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου (εσπερινός Αγίου Σώζοντος, που εορτάζεται στις 7 Σεπτεμβρίου) απέτυχε η δολοφονική απόπειρα εναντίον αυτής και του Όθωνα, που επέστρεφε από τη Γερμανία. Η σχετική αφιερωματική εικόνα σώζεται σήμερα στον Προφήτη Ηλία Παγκρατίου, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1862, με αφορμή την έξωση του  Όθωνα και την τυπική λήξη της Βαυαροκρατίας, της δόθηκε το όνομα Άγιος Ελευθέριος.  Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μονής του Αγίου Ανδρέα, στην Παναγία την Γοργοεπήκοο μεταφέρθηκαν το Ιερό Λείψανο και η παλαιότερη εικόνα (1703) της Αγίας Φιλοθέης, που σήμερα φυλάσσονται στον Μητροπολιτικό Ναό. Επίσης, στην Εκκλησία αυτή το 1577 χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα ο Άγιος Διονύσιος ο εκ Ζακύνθου. Η Εκκλησία εορτάζει στις 15 Δεκεμβρίου (του Αγίου Ελευθερίου), ενώ παλαιότερα στις 15 Αυγούστου (Κοίμηση της Θεοτόκου).